αλάνι
•
- παρωχημένοανοιχτός χώρος σε αστικό περιβάλλον Βικιλεξικό
- παιδί του δρόμου, που τριγυρίζει Βικιλεξικό
- Είμαστε αλάνια, διαλεχτά παιδιά μέσα στην πιάτσα και δεν την τρομάζουν οι φουρτούνες τη δική μας ράτσα Τι τα θες, τι τα θες, πάντα έτσι είν’ η ζωή θα γελάς ή θα κλαις βράδυ και πρωί
- άνθρωπος της παρανομίας, του υποκόσμου Βικιλεξικό
Ετυμολογία
αλάνι < (άμεσο δάνειο) τουρκική alan + -ι < (άμεσο δάνειο) οθωμανική τουρκική آلاڭ (alañ) < παλαιά τουρκικά alaŋ < πρωτοτουρκική *ala-n / *ala-ŋ < αραβική عَلَن ("δημόσιος").
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | αλάνι | αλάνια |
| Γενική | αλανιού | αλανιών |
| Αιτιατική | αλάνι | αλάνια |
| Κλητική | αλάνι | αλάνια |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →