Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

αλάνι

ουσιαστικό, ουδέτερο
•
  1. παρωχημένοανοιχτός χώρος σε αστικό περιβάλλον Βικιλεξικό
  2. παιδί του δρόμου, που τριγυρίζει Βικιλεξικό
    • Είμαστε αλάνια, διαλεχτά παιδιά μέσα στην πιάτσα και δεν την τρομάζουν οι φουρτούνες τη δική μας ράτσα Τι τα θες, τι τα θες, πάντα έτσι είν’ η ζωή θα γελάς ή θα κλαις βράδυ και πρωί
  3. άνθρωπος της παρανομίας, του υποκόσμου Βικιλεξικό

Ετυμολογία

αλάνι < (άμεσο δάνειο) τουρκική alan + -ι < (άμεσο δάνειο) οθωμανική τουρκική آلاڭ (alañ) < παλαιά τουρκικά alaŋ < πρωτοτουρκική *ala-n / *ala-ŋ < αραβική عَلَن ("δημόσιος").

Κλίση

ΕνικόςΠληθυντικός
Ονομαστικήαλάνιαλάνια
Γενικήαλανιούαλανιών
Αιτιατικήαλάνιαλάνια
Κλητικήαλάνιαλάνια

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →