αλαταποθηκάριος
•
- επάγγελμαφύλακας ή διευθυντής σε αλαταποθήκη Βικιλεξικό
Ετυμολογία
αλαταποθηκάριος < αλαταποθήκ(η) + -άριος
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | αλαταποθηκάριος | αλαταποθηκάριοι |
| Γενική | αλαταποθηκάριου | αλαταποθηκάριων |
| Αιτιατική | αλαταποθηκάριο | αλαταποθηκάριους |
| Κλητική | αλαταποθηκάριε | αλαταποθηκάριοι |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →