αλγηδόνα
•
- απαρχαιωμένοο πόνος ενός μέρους του σώματος χωρίς εμφανή βλάβη ή αιτία Βικιλεξικό
Ετυμολογία
αλγηδόνα < (διαχρονικό δάνειο) αρχαία ελληνική ἀλγηδών, από την αιτιατική «τὴν ἀλγηδόνα» < ἀλγέω < ἄλγος
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | αλγηδόνα | αλγηδόνες |
| Γενική | αλγηδόνας | αλγηδόνων |
| Αιτιατική | αλγηδόνα | αλγηδόνες |
| Κλητική | αλγηδόνα | αλγηδόνες |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →