πόνος
•
- δυσάρεστο οδυνηρό αίσθημα που προκαλείται από κάποια δυσλειτουργία του σώματος, αρρώστια, φλεγμονή, χτύπημα κ.λπ. Βικιλεξικό
- Ο πόνος έγινε δυσβάσταχτος.
- ο πόνος που γέμισε το στήθος του ήταν εντονότερος κι απ' αυτόν του εμφράγματος. (Γιώργος Γλυκοφρύδης, Ο επιβατης, εκδ. Νεφέλη, 2006, σελ. 20)
- δυσάρεστη συναισθηματική κατάσταση που προέρχεται από άλλα συναισθήματα Βικιλεξικό
- Τον κοίταξε με πόνο.
- σπάνιομόχθος, κόπος Βικιλεξικό
Ετυμολογία
πόνος < (κληρονομημένο) αρχαία ελληνική πόνος (σκληρή δουλειά)
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | πόνος | πόνοι |
| Γενική | πόνου | πόνων |
| Αιτιατική | πόνο | πόνους |
| Κλητική | πόνε | πόνοι |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →