Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

πόνος

/ˈpo.nos/ουσιαστικό, αρσενικό
•
  1. δυσάρεστο οδυνηρό αίσθημα που προκαλείται από κάποια δυσλειτουργία του σώματος, αρρώστια, φλεγμονή, χτύπημα κ.λπ. Βικιλεξικό
    • Ο πόνος έγινε δυσβάσταχτος.
    • ο πόνος που γέμισε το στήθος του ήταν εντονότερος κι απ' αυτόν του εμφράγματος. (Γιώργος Γλυκοφρύδης, Ο επιβατης, εκδ. Νεφέλη, 2006, σελ. 20)
  2. δυσάρεστη συναισθηματική κατάσταση που προέρχεται από άλλα συναισθήματα Βικιλεξικό
    • Τον κοίταξε με πόνο.
  3. σπάνιομόχθος, κόπος Βικιλεξικό

Ετυμολογία

πόνος < (κληρονομημένο) αρχαία ελληνική πόνος (σκληρή δουλειά)

Κλίση

ΕνικόςΠληθυντικός
Ονομαστικήπόνοςπόνοι
Γενικήπόνουπόνων
Αιτιατικήπόνοπόνους
Κλητικήπόνεπόνοι

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →