αλεπού
•
- θηλαστικό ζώομικρό θηλαστικό με κοκκινωπή γούνα, που ανήκει στην οικογένεια των Κυνοειδών Βικιλεξικό
- Μπήκε η αλεπού στο κοτέτσι και έφαγε μια κότα!
- μεταφορικάπονηρός άνθρωπος Βικιλεξικό
- Αυτός είναι πραγματική αλεπού!
- «Όχι κάτω από τη μύτη τους, γιαγιά, κάτω από τα πόδια τους», τη διόρθωσα εγώ ρουφώντας τη δική μου μύτη, που είχε βουλώσει από το κλάμα, κι η γιαγιά μου γέλασε πολύ και με είπε «παμπόνηρη αλεπού» κι «εξυπνοπούλι, αετόπουλο». (Ελένη Τασοπούλου, Το λουζεράκι, εκδ. Καστανιώτη, 2020)
Ετυμολογία
αλεπού < (κληρονομημένο) μεσαιωνική ελληνική ἀλεπού (-οῦ) / ἀλωποῦ < ελληνιστική κοινή ἀλωπά < αρχαία ελληνική ἀλωπός (αρσενικό) / ἀλώπηξ (θηλυκό με θέμα ἀλωπεκ-)
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | αλεπού | αλεπούδες |
| Γενική | αλεπούς | αλεπούδων |
| Αιτιατική | αλεπού | αλεπούδες |
| Κλητική | αλεπού | αλεπούδες |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →