Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

αλεπού

/a.leˈpu/ουσιαστικό, θηλυκό
•
  1. θηλαστικό ζώομικρό θηλαστικό με κοκκινωπή γούνα, που ανήκει στην οικογένεια των Κυνοειδών Βικιλεξικό
    • Μπήκε η αλεπού στο κοτέτσι και έφαγε μια κότα!
  2. μεταφορικάπονηρός άνθρωπος Βικιλεξικό
    • Αυτός είναι πραγματική αλεπού!
    • «Όχι κάτω από τη μύτη τους, γιαγιά, κάτω από τα πόδια τους», τη διόρθωσα εγώ ρουφώντας τη δική μου μύτη, που είχε βουλώσει από το κλάμα, κι η γιαγιά μου γέλασε πολύ και με είπε «παμπόνηρη αλεπού» κι «εξυπνοπούλι, αετόπουλο». (Ελένη Τασοπούλου, Το λουζεράκι, εκδ. Καστανιώτη, 2020)

Ετυμολογία

αλεπού < (κληρονομημένο) μεσαιωνική ελληνική ἀλεπού (-οῦ) / ἀλωποῦ < ελληνιστική κοινή ἀλωπά < αρχαία ελληνική ἀλωπός (αρσενικό) / ἀλώπηξ (θηλυκό με θέμα ἀλωπεκ-)

Κλίση

ΕνικόςΠληθυντικός
Ονομαστικήαλεπούαλεπούδες
Γενικήαλεπούςαλεπούδων
Αιτιατικήαλεπούαλεπούδες
Κλητικήαλεπούαλεπούδες

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →