Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

αλευτέρωτος

επίθετο, αρσενικό
•
  1. το θηλυκό: αλευτέρωτηγια την έγκυο γυναίκα που δεν έχει γεννήσει ακόμη Βικιλεξικό

Ετυμολογία

αλευτέρωτος < ανελευθέρωτος

Κλίση

Ενικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήαλευτέρωτοςαλευτέρωτηαλευτέρωτο
Γενικήαλευτέρωτουαλευτέρωτηςαλευτέρωτου
Αιτιατικήαλευτέρωτοαλευτέρωτηαλευτέρωτο
Κλητικήαλευτέρωτεαλευτέρωτηαλευτέρωτο

Πληθυντικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήαλευτέρωτοιαλευτέρωτεςαλευτέρωτα
Γενικήαλευτέρωτωναλευτέρωτωναλευτέρωτων
Αιτιατικήαλευτέρωτουςαλευτέρωτεςαλευτέρωτα
Κλητικήαλευτέρωτοιαλευτέρωτεςαλευτέρωτα

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →