ελευθερώνω
•
- αφήνω κάποιον ελεύθερο Βικιλεξικό
- αφαιρώ δεσμά από κάποιον Βικιλεξικό
- βγάζω εμπόδιο / πρόβλημα Βικιλεξικό
Ετυμολογία
ελευθερώνω < αρχαία ελληνική ἐλευθερόω / ἐλευθερῶ < ἐλεύθερος
Κλίση
| εγώ | εσύ | αυτός | εμείς | εσείς | αυτοί | |
|---|---|---|---|---|---|---|
| Ενεστώτας | ελευθερώνω | ελευθερώνεις | ελευθερώνει | ελευθερώνουμε | ελευθερώνετε | ελευθερώνουν / ελευθερώνουνε |
| Παρατατικός | ελευθέρωνα | ελευθέρωνες | ελευθέρωνε | ελευθερώναμε | ελευθερώνατε | ελευθέρωναν / ελευθερώναν / ελευθερώνανε |
| Αόριστος | ελευθέρωσα | ελευθέρωσες | ελευθέρωσε | ελευθερώσαμε | ελευθερώσατε | ελευθέρωσαν / ελευθερώσαν / ελευθερώσανε |
| Μέλλοντας | θα ελευθερώνω / θα ελευθερώσω | θα ελευθερώνεις / θα ελευθερώσεις | θα ελευθερώνει / θα ελευθερώσει | θα ελευθερώνουμε / θα ελευθερώσουμε | θα ελευθερώνετε / θα ελευθερώσετε | θα ελευθερώνουν / θα ελευθερώνουνε / θα ελευθερώσουν / θα ελευθερώσουνε |
| Παρακείμενος | έχω ελευθερώσει | έχεις ελευθερώσει | έχει ελευθερώσει | έχουμε ελευθερώσει | έχετε ελευθερώσει | — |
| Υπερσυντέλικος | είχα ελευθερώσει | είχες ελευθερώσει | είχε ελευθερώσει | είχαμε ελευθερώσει | — | — |
| Υποτακτική | να έχω ελευθερώσει / να ελευθερώνω / να ελευθερώσω | να έχεις ελευθερώσει / να ελευθερώνεις / να ελευθερώσεις | να έχει ελευθερώσει / να ελευθερώνει / να ελευθερώσει | να έχουμε ελευθερώσει / να ελευθερώνουμε / να ελευθερώσουμε | να έχετε ελευθερώσει / να ελευθερώνετε / να ελευθερώσετε | να ελευθερώνουν / να ελευθερώνουνε / να ελευθερώσουν / να ελευθερώσουνε |
| Προστακτική | — | ελευθέρωνε / ελευθέρωσε | — | — | ελευθερώνετε / ελευθερώστε | — |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →