αλιβάνιστος
•
- κυριολεκτικάπου δεν τον έχουν λιβανίσει με λιβάνι, που δεν τον έχουν θυμιάσει Βικιλεξικό
- κατ’ επέκτασηπου δεν (έχει) πάει στην εκκλησία να λειτουργηθεί Βικιλεξικό
- μεταφορικάπου δεν τον έχουν κολακεύσει Βικιλεξικό
Ετυμολογία
αλιβάνιστος < α- (στερητικό) + λιβανίζω + -τος
Κλίση
Ενικός
| Αρσενικό | Θηλυκό | Ουδέτερο | |
|---|---|---|---|
| Ονομαστική | αλιβάνιστος | αλιβάνιστη | αλιβάνιστο |
| Γενική | αλιβάνιστου | αλιβάνιστης | αλιβάνιστου |
| Αιτιατική | αλιβάνιστο | αλιβάνιστη | αλιβάνιστο |
| Κλητική | αλιβάνιστε | αλιβάνιστη | αλιβάνιστο |
Πληθυντικός
| Αρσενικό | Θηλυκό | Ουδέτερο | |
|---|---|---|---|
| Ονομαστική | αλιβάνιστοι | αλιβάνιστες | αλιβάνιστα |
| Γενική | αλιβάνιστων | αλιβάνιστων | αλιβάνιστων |
| Αιτιατική | αλιβάνιστους | αλιβάνιστες | αλιβάνιστα |
| Κλητική | αλιβάνιστοι | αλιβάνιστες | αλιβάνιστα |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →