Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

αλιβάνιστος

επίθετο, αρσενικό
•
  1. κυριολεκτικάπου δεν τον έχουν λιβανίσει με λιβάνι, που δεν τον έχουν θυμιάσει Βικιλεξικό
  2. κατ’ επέκτασηπου δεν (έχει) πάει στην εκκλησία να λειτουργηθεί Βικιλεξικό
  3. μεταφορικάπου δεν τον έχουν κολακεύσει Βικιλεξικό

Ετυμολογία

αλιβάνιστος < α- (στερητικό) + λιβανίζω + -τος

Κλίση

Ενικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήαλιβάνιστοςαλιβάνιστηαλιβάνιστο
Γενικήαλιβάνιστουαλιβάνιστηςαλιβάνιστου
Αιτιατικήαλιβάνιστοαλιβάνιστηαλιβάνιστο
Κλητικήαλιβάνιστεαλιβάνιστηαλιβάνιστο

Πληθυντικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήαλιβάνιστοιαλιβάνιστεςαλιβάνιστα
Γενικήαλιβάνιστωναλιβάνιστωναλιβάνιστων
Αιτιατικήαλιβάνιστουςαλιβάνιστεςαλιβάνιστα
Κλητικήαλιβάνιστοιαλιβάνιστεςαλιβάνιστα

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →