Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

ἀλισβερίσι

ουσιαστικό, θηλυκό
•
  1. καθαρεύουσααλισβερίσι Βικιλεξικό
    • -Πώς πηγαίνουν αἱ ἐργασίαι εἰς τήν Χίον; -Κεσάτια, μεγαλειότατε, ἀπήντησεν αὐτός. Ὁ βασιλεύς δέν ἐννόησε τήν λέξην, ἀλλά μή θέλων νά τό ὁμολογήσει, ἐστράφη πρός τόν δεύτερον καί τοῦ εἶπε: -Δηλαδή; -Δηλαδή δέν γίνεται νταραβέρι, μεγαλειότατε. Ὁ Ὄθων δέν ἐννόησεν καί πάλιν καί ἐστράφη πρός τόν τρίτον. -Ἑπομένως; εἶπε. -Ἑπομένως δέν ὑπάρχει ἀλισβερίσι, ἀπήντησεν ὁ τρίτος. (Αριστείδης Ν. Κυριάκος, Ο βασιλεύς Όθων και η νύφη της Ρούμελης, Αθήναι, Αναγνωστόπουλος και Πετράκος, εκδόται, 1880, σελ. 235 https://www.google.gr/books/edition/%CE%9F_%CE%B2%CE%B1%CF%83%CE%B9%CE%BB%CE%B5%CF%85%CF%82_%CE%9F%CE%B8%CF%89%CE%BD_%CE%BA%CE%B1%CE%B9_%CE%B7/CqqfIXgLpeAC?hl=el&gbpv=1&dq=%CE%BD%CF%84%CE%B1%CF%81%CE%B1%CE%B2%CE%AD%CF%81%CE%B9&pg=PA255&printsec=frontcover)

Ετυμολογία

ἀλισβερίσι < (άμεσο δάνειο) τουρκική alışveriş + -ι

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →

αλισβερίσι

/a.lis.veˈɾi.si/ουσιαστικό, ουδέτερο
•
  1. η δοσοληψία, η αγοραπωλησία Βικιλεξικό
  2. η εμπορική συναλλαγή Βικιλεξικό
    • Παρ'όλο που ήταν γιορτή για τους ορθοδόξους, όλοι όσοι είχαν αλισβερίσι με το λιμάνι, ήταν στην αποβάθρα απ'το πρωί, γιατί οι ανάγκες των καραβιών δε σταματούσαν ποτέ. (Ισίδωρος Ζουργός, Σκηνές από τον βίο του Ματίας Αλμοσίνο, εκδ. Πατάκης, 2016)
  3. η σχέση Βικιλεξικό
    • Αφού μάταια προσπάθησαν κι οι δυο να αντισταθούν στο σκούντημα της ζωής, δόθηκαν ανεπιφύλακτα στο αλισβερίσι των αισθημάτων, των απολαύσεων, των επιθυμιών που φύλαγαν ο ένας για τον άλλο. (Δημήτρης Στεφανάκης, Πάντα η Αλεξάνδρεια, εκδ. Μεταίχμιο, σελ. 1917, 2024)
    • Έμαθα, μεγάλος πια, ... πως ο πατέρας του αφεντικού είχε στριμώξει τη μάνα μου, δεκαπέντε ετών τότε, κοντά στο ποτάμι.... Πόσο κράτησε τ' αλισβερίσι δεν έμαθα. Ξέρω μόνο πως όταν γκαστρώθηκε, την πάντρεψε στα γρήγορα μ'έναν εργάτη του. (Ευγενία Φακίνου, Το τρένο των νεφών, εκδ. Καστανιώτη, 2011)

Ετυμολογία

αλισβερίσι < καθαρεύουσα ἀλισβερίσι < (άμεσο δάνειο) τουρκική alışveriş + -ι < (κληρονομημένο) οθωμανική τουρκική آلیش ویریش

Κλίση

ΕνικόςΠληθυντικός
Ονομαστικήαλισβερίσιαλισβερίσια
Γενικήαλισβερισιούαλισβερισιών
Αιτιατικήαλισβερίσιαλισβερίσια
Κλητικήαλισβερίσιαλισβερίσια

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →