Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

νταραβέρι

ουσιαστικό, ουδέτερο
•
  1. λαϊκότροποη εμπορική δοσοληψία, η συναλλαγή Βικιλεξικό
    • -Πώς πηγαίνουν αἱ ἐργασίαι εἰς τήν Χίον; -Κεσάτια, μεγαλειότατε, ἀπήντησεν αὐτός. Ὁ βασιλεύς δέν ἐννόησε τήν λέξην, ἀλλά μή θέλων νά τό ὁμολογήσει, ἐστράφη πρός τόν δεύτερον καί τοῦ εἶπε: -Δηλαδή; -Δηλαδή δέν γίνεται νταραβέρι, μεγαλειότατε. Ὁ Ὄθων δέν ἐννόησεν καί πάλιν καί ἐστράφη πρός τόν τρίτον. -Ἑπομένως; εἶπε. -Ἑπομένως δέν ὑπάρχει ἀλισβερίσι, ἀπήντησεν ὁ τρίτος. (Αριστείδης Ν. Κυριάκος, Ο βασιλεύς Όθων και η νύφη της Ρούμελης, Αθήναι, Αναγνωστόπουλος και Πετράκος, εκδόται, 1880, σελ. 235 https://www.google.gr/books/edition/%CE%9F_%CE%B2%CE%B1%CF%83%CE%B9%CE%BB%CE%B5%CF%85%CF%82_%CE%9F%CE%B8%CF%89%CE%BD_%CE%BA%CE%B1%CE%B9_%CE%B7/CqqfIXgLpeAC?hl=el&gbpv=1&dq=%CE%BD%CF%84%CE%B1%CF%81%CE%B1%CE%B2%CE%AD%CF%81%CE%B9&pg=PA255&printsec=frontcover)
  2. λαϊκότροποη σχέση οικειότητας, συνήθως ερωτική Βικιλεξικό
    • «..Και τι είχε παρακαλώ να του πει;» «Ότι λέει, φτάνει πια το νταραβέρι με το ράφτη, βούκινο έχει γίνει στο νησί, κι όσο την κρατάει στο μαγαζί, πλάι στην Όλγα μας, βγάζει κι η Όλγα όνομα κακό...» «Χριστός και Παναγιά», σταυροκοπήθηκε η παπαδιά, «τι νταραβέρι και αηδίες...» (Ιωάννα Φραγκιά, Ο ράφτης του Ποσειδώνα, εκδ. Καστανιώτη, 2011)
  3. λαϊκότροποη κίνηση, η φασαρία Βικιλεξικό
    • Τί νταραβέρι καὶ τί κακό ! τί πανηγύρι μοναδικό !
    • 1885 - ⌘ Γεώργιος Σουρής, Ο Ρωμηός, δεύτερος χρόνος, σελ. 3 @google.gr/books

Ετυμολογία

νταραβέρι < (άμεσο δάνειο) ιταλική dare avere (δοῦναι-λαβεῖν)

Κλίση

ΕνικόςΠληθυντικός
Ονομαστικήνταραβέρινταραβέρια
Γενικήνταραβεριούνταραβεριών
Αιτιατικήνταραβέρινταραβέρια
Κλητικήνταραβέρινταραβέρια

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →