αλκοολικότητα
•
- χημείαη περιεκτικότητα ενός υγρού σε αλκοόλ, σε οινόπνευμα Βικιλεξικό
Ετυμολογία
αλκοολικότητα < αλκοολικ(ός) + -ότητα, (μεταφραστικό δάνειο) αγγλική alcoholicity
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | αλκοολικότητα | αλκοολικότητες |
| Γενική | αλκοολικότητας | αλκοολικοτήτων |
| Αιτιατική | αλκοολικότητα | αλκοολικότητες |
| Κλητική | αλκοολικότητα | αλκοολικότητες |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →