Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

αλληλέγγυος

/a.liˈleŋ.ɟi.os/επίθετο, αρσενικό
•
  1. που συμπαραστέκεται σε κάποιον και δείχνει την αλληλεγγύη του Βικιλεξικό
  2. νομικός όροςπου έχει μια αμοιβαία υποχρέωση ή ευθύνη προς κάποιον Βικιλεξικό

Ετυμολογία

αλληλέγγυος < (διαχρονικό δάνειο) ελληνιστική κοινή ἀλληλέγγυος

Κλίση

Ενικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήαλληλέγγυοςαλληλέγγυααλληλέγγυο
Γενικήαλληλέγγυουαλληλέγγυαςαλληλέγγυου
Αιτιατικήαλληλέγγυοαλληλέγγυααλληλέγγυο
Κλητικήαλληλέγγυεαλληλέγγυααλληλέγγυο

Πληθυντικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήαλληλέγγυοιαλληλέγγυεςαλληλέγγυα
Γενικήαλληλέγγυωναλληλέγγυωναλληλέγγυων
Αιτιατικήαλληλέγγυουςαλληλέγγυεςαλληλέγγυα
Κλητικήαλληλέγγυοιαλληλέγγυεςαλληλέγγυα

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →