αλληλέγγυος
•
- που συμπαραστέκεται σε κάποιον και δείχνει την αλληλεγγύη του Βικιλεξικό
- νομικός όροςπου έχει μια αμοιβαία υποχρέωση ή ευθύνη προς κάποιον Βικιλεξικό
Ετυμολογία
αλληλέγγυος < (διαχρονικό δάνειο) ελληνιστική κοινή ἀλληλέγγυος
Κλίση
Ενικός
| Αρσενικό | Θηλυκό | Ουδέτερο | |
|---|---|---|---|
| Ονομαστική | αλληλέγγυος | αλληλέγγυα | αλληλέγγυο |
| Γενική | αλληλέγγυου | αλληλέγγυας | αλληλέγγυου |
| Αιτιατική | αλληλέγγυο | αλληλέγγυα | αλληλέγγυο |
| Κλητική | αλληλέγγυε | αλληλέγγυα | αλληλέγγυο |
Πληθυντικός
| Αρσενικό | Θηλυκό | Ουδέτερο | |
|---|---|---|---|
| Ονομαστική | αλληλέγγυοι | αλληλέγγυες | αλληλέγγυα |
| Γενική | αλληλέγγυων | αλληλέγγυων | αλληλέγγυων |
| Αιτιατική | αλληλέγγυους | αλληλέγγυες | αλληλέγγυα |
| Κλητική | αλληλέγγυοι | αλληλέγγυες | αλληλέγγυα |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →