αλληλοκάλυψη
•
- αμοιβαία κάλυψη, αμοιβαίο σκέπασμα Βικιλεξικό
- μεταφορικάαμοιβαία συγκάλυψη Βικιλεξικό
- αθλητισμόςαμοιβαία υποστήριξη Βικιλεξικό
- μεταφορικάμερική ή ολική επικάλυψη Βικιλεξικό
Ετυμολογία
αλληλοκάλυψη < μεταφραστικό δάνειο από την αγγλική overlapping. Μορφολογικά αναλύεται σε αλληλο- + κάλυψη
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | αλληλοκάλυψη | αλληλοκαλύψεις |
| Γενική | αλληλοκάλυψης | αλληλοκαλύψεων |
| Αιτιατική | αλληλοκάλυψη | αλληλοκαλύψεις |
| Κλητική | αλληλοκάλυψη | αλληλοκαλύψεις |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →