Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

καλύπτω

/kaˈli.pto/ρήμα
•
  1. σκεπάζω Βικιλεξικό
  2. περιγράφω ή αναλύω ένα θέμα λεπτομερώς Βικιλεξικό
    • Το συνέδριο του κόμματος καλύπτει όλα τα καυτά θέματα.
    • Αἱ διατάξεις τοῦ παρόντος Μέρους καλύπτουν τό σύνολον τῶν πληθυσμῶν τῶν εἰς τήν σύρραξιν μετεχουσῶν χωρῶν ἄνευ οἱασδήποτε δυσμενοῦς διακρίσεως στηριζομένης ἰδία ἐπί ζητημάτων φυλῆς, ἐθνικότητος, θρησκείας ἤ πολιτικῶν πεποιθήσεων καί τείνουν νά μετριάσουν τά ὑπό τοῦ πολέμου προκαλούμενα δεινά. (Νόμος 3481/1955, Περί κυρώσεως των Συμβάσεων της Γενεύης της 12ης Αυγούστης 1949, άρθρο 13)
  3. συλλέγω επιτοπίως ειδήσεις γύρω από επίκαιρο θέμα και το παρουσιάζω σε κάποιο μέσο μαζικής ενημέρωσης Βικιλεξικό
    • Ο ανταποκριτής μας καλύπτει τον πόλεμο στο Ιράκ.
  4. συμπληρώνω αυτό που λείπει ή είναι ανεπαρκές Βικιλεξικό
    • Η παραγωγή δεν καλύπτει τη ζήτηση.
    • Ο μισθός μου δεν καλύπτει τα έξοδά μου.
    • Καλύπτει την έλλειψη γνώσεων με την ευφυΐα του.
  5. υποστηρίζω με τα πυρά μου συμπολεμιστές μου, βάλλω εναντίον του εχθρού όσο αυτοί κινούνται Βικιλεξικό
  6. ενεργώ έτσι ώστε να μη γίνει γνωστό κάτι δυσάρεστο ή αξιόμεμπτο Βικιλεξικό
    • Κάλυψαν την παρανομία με απειλές και υποσχέσεις.

Ετυμολογία

καλύπτω < (διαχρονικό δάνειο) αρχαία ελληνική καλύπτω και σημασιολογικό δάνειο από τη γαλλική couvrir ή την αγγλική cover

Κλίση

Ενεργητική φωνή

εγώεσύαυτόςεμείςεσείςαυτοί
Ενεστώταςκαλύπτωκαλύπτειςκαλύπτεικαλύπτουμεκαλύπτετεκαλύπτουν / καλύπτουνε
Παρατατικόςκάλυπτακάλυπτεςκάλυπτεκαλύπταμεκαλύπτατεκάλυπταν / καλύπταν / καλύπτανε
Αόριστοςκάλυψακάλυψεςκάλυψεκαλύψαμεκαλύψατεκάλυψαν / καλύψαν / καλύψανε
Μέλλονταςθα καλύπτω / θα καλύψωθα καλύπτεις / θα καλύψειςθα καλύπτει / θα καλύψειθα καλύπτουμε / θα καλύψουμεθα καλύπτετε / θα καλύψετεθα καλύπτουν / θα καλύπτουνε / θα καλύψουν / θα καλύψουνε
Παρακείμενοςέχω καλύψειέχεις καλύψειέχει καλύψει———
Υπερσυντέλικοςείχα καλύψειείχες καλύψειείχε καλύψει———
Υποτακτικήνα έχω καλύψει / να καλύπτω / να καλύψωνα έχεις καλύψει / να καλύπτεις / να καλύψειςνα έχει καλύψει / να καλύπτει / να καλύψεινα καλύπτουμε / να καλύψουμενα καλύπτετε / να καλύψετενα καλύπτουν / να καλύπτουνε / να καλύψουν / να καλύψουνε
Προστακτική—έχε καλυμμένο / κάλυπτε / κάλυψε——καλύπτετε / καλύψτε—

Μεσοπαθητικοί τύποι

καλύφθηκακαλύπτομαι

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →