καλύπτω
•
- σκεπάζω Βικιλεξικό
- περιγράφω ή αναλύω ένα θέμα λεπτομερώς Βικιλεξικό
- Το συνέδριο του κόμματος καλύπτει όλα τα καυτά θέματα.
- Αἱ διατάξεις τοῦ παρόντος Μέρους καλύπτουν τό σύνολον τῶν πληθυσμῶν τῶν εἰς τήν σύρραξιν μετεχουσῶν χωρῶν ἄνευ οἱασδήποτε δυσμενοῦς διακρίσεως στηριζομένης ἰδία ἐπί ζητημάτων φυλῆς, ἐθνικότητος, θρησκείας ἤ πολιτικῶν πεποιθήσεων καί τείνουν νά μετριάσουν τά ὑπό τοῦ πολέμου προκαλούμενα δεινά. (Νόμος 3481/1955, Περί κυρώσεως των Συμβάσεων της Γενεύης της 12ης Αυγούστης 1949, άρθρο 13)
- συλλέγω επιτοπίως ειδήσεις γύρω από επίκαιρο θέμα και το παρουσιάζω σε κάποιο μέσο μαζικής ενημέρωσης Βικιλεξικό
- Ο ανταποκριτής μας καλύπτει τον πόλεμο στο Ιράκ.
- συμπληρώνω αυτό που λείπει ή είναι ανεπαρκές Βικιλεξικό
- Η παραγωγή δεν καλύπτει τη ζήτηση.
- Ο μισθός μου δεν καλύπτει τα έξοδά μου.
- Καλύπτει την έλλειψη γνώσεων με την ευφυΐα του.
- υποστηρίζω με τα πυρά μου συμπολεμιστές μου, βάλλω εναντίον του εχθρού όσο αυτοί κινούνται Βικιλεξικό
- ενεργώ έτσι ώστε να μη γίνει γνωστό κάτι δυσάρεστο ή αξιόμεμπτο Βικιλεξικό
- Κάλυψαν την παρανομία με απειλές και υποσχέσεις.
Ετυμολογία
καλύπτω < (διαχρονικό δάνειο) αρχαία ελληνική καλύπτω και σημασιολογικό δάνειο από τη γαλλική couvrir ή την αγγλική cover
Κλίση
Ενεργητική φωνή
| εγώ | εσύ | αυτός | εμείς | εσείς | αυτοί | |
|---|---|---|---|---|---|---|
| Ενεστώτας | καλύπτω | καλύπτεις | καλύπτει | καλύπτουμε | καλύπτετε | καλύπτουν / καλύπτουνε |
| Παρατατικός | κάλυπτα | κάλυπτες | κάλυπτε | καλύπταμε | καλύπτατε | κάλυπταν / καλύπταν / καλύπτανε |
| Αόριστος | κάλυψα | κάλυψες | κάλυψε | καλύψαμε | καλύψατε | κάλυψαν / καλύψαν / καλύψανε |
| Μέλλοντας | θα καλύπτω / θα καλύψω | θα καλύπτεις / θα καλύψεις | θα καλύπτει / θα καλύψει | θα καλύπτουμε / θα καλύψουμε | θα καλύπτετε / θα καλύψετε | θα καλύπτουν / θα καλύπτουνε / θα καλύψουν / θα καλύψουνε |
| Παρακείμενος | έχω καλύψει | έχεις καλύψει | έχει καλύψει | — | — | — |
| Υπερσυντέλικος | είχα καλύψει | είχες καλύψει | είχε καλύψει | — | — | — |
| Υποτακτική | να έχω καλύψει / να καλύπτω / να καλύψω | να έχεις καλύψει / να καλύπτεις / να καλύψεις | να έχει καλύψει / να καλύπτει / να καλύψει | να καλύπτουμε / να καλύψουμε | να καλύπτετε / να καλύψετε | να καλύπτουν / να καλύπτουνε / να καλύψουν / να καλύψουνε |
| Προστακτική | — | έχε καλυμμένο / κάλυπτε / κάλυψε | — | — | καλύπτετε / καλύψτε | — |
Μεσοπαθητικοί τύποι
καλύφθηκακαλύπτομαι
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →