αλληλοπάθεια
•
- γραμματικήκοινή / αμοιβαία ενέργεια ορισμένων υποκειμένων, που περνά / μεταβαίνει από το ένα στο άλλο και εκφράζεται με τα αλληλοπαθή ρήματα ή αντωνυμίες Βικιλεξικό
- χημείααμοιβαία αλληλεπίδραση Βικιλεξικό
- βοτανικήη απελευθέρωση από ένα φυτό μιας τοξίνης για την καταστολή της ανάπτυξης γειτονικών ανταγωνιστικών φυτών Βικιλεξικό
Ετυμολογία
αλληλοπάθεια < ελληνιστική κοινή ἀλληλοπάθεια (αμοιβαία αστρολογική επίδραση) < αρχαία ελληνική ἀλλήλων + -πάθεια (πάσχω) :*(γραμματική): (μεταφραστικό δάνειο) γερμανική Reziprozität :*(βοτανική): (μεταφραστικό δάνειο) αγγλική allelopathy ή λόγιο ενδογενές δάνειο: γαλλική allélopathie
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | αλληλοπάθεια | αλληλοπάθειες |
| Γενική | αλληλοπάθειας | αλληλοπαθειών |
| Αιτιατική | αλληλοπάθεια | αλληλοπάθειες |
| Κλητική | αλληλοπάθεια | αλληλοπάθειες |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →