αλλοστερικός
•
- βιοχημείαπου σχετίζεται με τη μεταβολή της δραστικότητας ενός ενζύμου μετά από επίδραση ενός μορίου σε μια πρωτεΐνη σε θέση διαφορετική από το ενεργό του κέντρο Βικιλεξικό
Ετυμολογία
αλλοστερικός < αγγλική allosteric < allo- (<αρχαία ελληνική ἄλλος) + steric (<αρχαία ελληνική στερεός)
Κλίση
Ενικός
| Αρσενικό | Θηλυκό | Ουδέτερο | |
|---|---|---|---|
| Ονομαστική | αλλοστερικός | αλλοστερική | αλλοστερικό |
| Γενική | αλλοστερικού | αλλοστερικής | αλλοστερικού |
| Αιτιατική | αλλοστερικό | αλλοστερική | αλλοστερικό |
| Κλητική | αλλοστερικέ | αλλοστερική | αλλοστερικό |
Πληθυντικός
| Αρσενικό | Θηλυκό | Ουδέτερο | |
|---|---|---|---|
| Ονομαστική | αλλοστερικοί | αλλοστερικές | αλλοστερικά |
| Γενική | αλλοστερικών | αλλοστερικών | αλλοστερικών |
| Αιτιατική | αλλοστερικούς | αλλοστερικές | αλλοστερικά |
| Κλητική | αλλοστερικοί | αλλοστερικές | αλλοστερικά |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →