αλλοτριώνω
•
- επιφέρω την αλλοτρίωση Βικιλεξικό
Ετυμολογία
αλλοτριώνω < αρχαία ελληνική ἀλλοτριόω - ἀλλοτριῶ
Κλίση
| εγώ | εσύ | αυτός | εμείς | εσείς | αυτοί | |
|---|---|---|---|---|---|---|
| Ενεστώτας | αλλοτριώνω | αλλοτριώνεις | αλλοτριώνει | αλλοτριώνουμε | αλλοτριώνετε | αλλοτριώνουν / αλλοτριώνουνε |
| Παρατατικός | αλλοτρίωνα | αλλοτρίωνες | αλλοτρίωνε | αλλοτριώναμε | αλλοτριώνατε | αλλοτρίωναν / αλλοτριώναν / αλλοτριώνανε |
| Αόριστος | αλλοτρίωσα | αλλοτρίωσες | αλλοτρίωσε | αλλοτριώσαμε | αλλοτριώσατε | αλλοτρίωσαν / αλλοτριώσαν / αλλοτριώσανε |
| Μέλλοντας | θα αλλοτριώνω / θα αλλοτριώσω | θα αλλοτριώνεις / θα αλλοτριώσεις | θα αλλοτριώνει / θα αλλοτριώσει | θα αλλοτριώνουμε / θα αλλοτριώσουμε | θα αλλοτριώνετε / θα αλλοτριώσετε | θα αλλοτριώνουν / θα αλλοτριώνουνε / θα αλλοτριώσουν / θα αλλοτριώσουνε |
| Παρακείμενος | έχω αλλοτριώσει | έχεις αλλοτριώσει | έχει αλλοτριώσει | έχουμε αλλοτριώσει | έχετε αλλοτριώσει | — |
| Υπερσυντέλικος | είχα αλλοτριώσει | είχες αλλοτριώσει | είχε αλλοτριώσει | είχαμε αλλοτριώσει | — | — |
| Υποτακτική | να έχω αλλοτριώσει / να αλλοτριώνω / να αλλοτριώσω | να έχεις αλλοτριώσει / να αλλοτριώνεις / να αλλοτριώσεις | να έχει αλλοτριώσει / να αλλοτριώνει / να αλλοτριώσει | να έχουμε αλλοτριώσει / να αλλοτριώνουμε / να αλλοτριώσουμε | να έχετε αλλοτριώσει / να αλλοτριώνετε / να αλλοτριώσετε | να αλλοτριώνουν / να αλλοτριώνουνε / να αλλοτριώσουν / να αλλοτριώσουνε |
| Προστακτική | — | αλλοτρίωνε / αλλοτρίωσε | — | — | αλλοτριώνετε / αλλοτριώστε | — |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →