αποξενώνω
•
- κάνω κάποιον να είναι ή να αισθάνεται ξένος σε σχέση με κάποιον ή κάτι άλλο, τον απομακρύνω από κάποιον ή κάτι Βικιλεξικό
Ετυμολογία
αποξενώνω < μεσαιωνική ελληνική ἀποξενώνω < (ελληνιστική κοινή) / ἀποξενῶ (διώχνω απ' την πατρίδα) < ἀπό + αρχαία ελληνική ξένος, σημασιολογικό δάνειο από τη γαλλική aliéner
Κλίση
Ενεργητική φωνή
| εγώ | εσύ | αυτός | εμείς | εσείς | αυτοί | |
|---|---|---|---|---|---|---|
| Ενεστώτας | αποξενώνω | αποξενώνεις | αποξενώνει | αποξενώνουμε | αποξενώνετε | αποξενώνουν / αποξενώνουνε |
| Παρατατικός | αποξένωνα | αποξένωνες | αποξένωνε | αποξενώναμε | αποξενώνατε | αποξένωναν / αποξενώναν / αποξενώνανε |
| Αόριστος | αποξένωσα | αποξένωσες | αποξένωσε | αποξενώσαμε | αποξενώσατε | αποξένωσαν / αποξενώσαν / αποξενώσανε |
| Μέλλοντας | θα αποξενώνω / θα αποξενώσω | θα αποξενώνεις / θα αποξενώσεις | θα αποξενώνει / θα αποξενώσει | θα αποξενώνουμε / θα αποξενώσουμε | θα αποξενώνετε / θα αποξενώσετε | θα αποξενώνουν / θα αποξενώνουνε / θα αποξενώσουν / θα αποξενώσουνε |
| Παρακείμενος | έχω αποξενώσει | έχεις αποξενώσει | έχει αποξενώσει | έχουμε αποξενώσει | — | — |
| Υπερσυντέλικος | είχα αποξενώσει | είχες αποξενώσει | είχε αποξενώσει | — | — | — |
| Υποτακτική | να έχω αποξενώσει / να αποξενώνω / να αποξενώσω | να έχεις αποξενώσει / να αποξενώνεις / να αποξενώσεις | να έχει αποξενώσει / να αποξενώνει / να αποξενώσει | να έχουμε αποξενώσει / να αποξενώνουμε / να αποξενώσουμε | να αποξενώνετε / να αποξενώσετε | να αποξενώνουν / να αποξενώνουνε / να αποξενώσουν / να αποξενώσουνε |
| Προστακτική | — | αποξένωνε / αποξένωσε | — | — | αποξενώνετε / αποξενώστε | — |
Μεσοπαθητικοί τύποι
αποξενώθηκααποξενώνομαι
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →