αλλύλιο
•
- χημείαχημική ρίζα με τύπο C₃H₅, που περιλαμβάνει τρία άτομα άνθρακα και πέντε άτομα υδρογόνου, με δύο δεσμούς (έναν διπλό και έναν απλό) σε εναλλασσόμενες θέσεις, προσδίδει στα μόρια αυξημένη αντιδραστικότητα και συμμετέχει συχνά σε αντιδράσεις πολυμερισμού ή υποκατάστασης Βικιλεξικό
Ετυμολογία
αλλύλιο < λόγιο ενδογενές δάνειο: γαλλική allyle ή λόγιο ενδογενές δάνειο: αγγλική allyl < λατινική allium (σκόρδο) / alium
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | αλλύλιο | αλλύλια |
| Γενική | αλλυλίου / αλλύλιου | αλλυλίων / αλλύλιων |
| Αιτιατική | αλλύλιο | αλλύλια |
| Κλητική | αλλύλιο | αλλύλια |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →