Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

αλμπάνης

/alˈba.nis/ουσιαστικό, αρσενικό
•
  1. παρωχημένοο άπειρος και αδέξιος, αυτός που δεν μπορείς να τον εμπιστευτείς ως επαγγελματία Βικιλεξικό
    • Ἕναν γιατρό ξέρανε ὅλοι, τόν γιατρό τῆς γειτονιᾶς. Αὐτόν ὅμως κανένας δέν τόν ἤθελε, γιατί αὐτόν ἀκριβῶς εἶχαν φωνάξει προηγουμένως καί τήν ἔβγαλε νεκρή τή γυναίκα. Καί μέ τήν εὐκαιρία ἔψαλαν τόν ἀναβαλλόμενο τοῦ γιατροῦ· πώς ἤτανε ἕνας ἀλμπάνης, πού δέν ἤξερε τί τοῦ γινόταν, καί πώς ἄν ἤτανε καλός δέ θά εἶχε τό ἰατρεῖο του ἐδῶ πάνω στίς φτωχογειτονιές, μά θά ἦταν κι αὐτός στήν ὁδό Τσιμισκή ἤ τό πολύ πολύ στήν Εγνατία.
  2. επάγγελμαπεταλωτής (και πρακτικός κτηνίατρος) Βικιλεξικό
    • Λοιπόν, ο αλμπάνης είναι, ή αρχικά ήταν, ο πεταλωτής, […]. Το επάγγελμα είναι ξεχασμένο σήμερα, αλλά σε μια εποχή πριν από το αυτοκίνητο, όπου τα υποζύγια έπαιζαν καθοριστικό ρόλο στην καθημερινή ζωή, η κοινωνική ανάγκη για πεταλωτήδες ήταν πολύ μεγάλη. Ο αλμπάνης πετάλωνε τα μεγάλα ζώα, αλλά πολλοί αλμπάνηδες ασκούσαν παράλληλα και την τέχνη του σιδερά, κάτι λογικό, ενώ άλλοι έπαιζαν και ρόλο πρακτικού κτηνίατρου.
    • -- ᾽Απαπά! ἔμπηξε ἕνα ἀπελπισμένο κλάμα ὁ ᾿Αρίστος ὁ ἀλμπάνης, πού ἦταν πλάι στό Λύσαντρο.

Ετυμολογία

αλμπάνης < (άμεσο δάνειο) τουρκική nalbant (πεταλωτής) < περσική نعلبند (nalband) < αραβική نعل (πέταλο, naʕl) + περσική بند (band, κατασκευαστής)

Κλίση

ΕνικόςΠληθυντικός
Ονομαστικήαλμπάνηςαλμπάνηδες
Γενικήαλμπάνηαλμπάνηδων
Αιτιατικήαλμπάνηαλμπάνηδες
Κλητικήαλμπάνηαλμπάνηδες

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →