Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

αλμπάνικος

επίθετο, αρσενικό
•
  1. κυριολεκτικάπου έχει σχέση με αλμπάνη ή αναφέρεται σ’ αυτόν Βικιλεξικό

Ετυμολογία

αλμπάνικος < αλμπάνης + -ικος

Κλίση

Ενικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήαλμπάνικοςαλμπάνικηαλμπάνικο
Γενικήαλμπάνικουαλμπάνικηςαλμπάνικου
Αιτιατικήαλμπάνικοαλμπάνικηαλμπάνικο
Κλητικήαλμπάνικεαλμπάνικηαλμπάνικο

Πληθυντικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήαλμπάνικοιαλμπάνικεςαλμπάνικα
Γενικήαλμπάνικωναλμπάνικωναλμπάνικων
Αιτιατικήαλμπάνικουςαλμπάνικεςαλμπάνικα
Κλητικήαλμπάνικοιαλμπάνικεςαλμπάνικα

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →