αλογοπάζαρο
•
- μέρος όπου πουλιούνται και αγοράζονται άλογα Βικιλεξικό
Ετυμολογία
αλογοπάζαρο < αλογο- + παζάρ(ι) + -ο
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | αλογοπάζαρο | αλογοπάζαρα |
| Γενική | αλογοπάζαρου | αλογοπάζαρων |
| Αιτιατική | αλογοπάζαρο | αλογοπάζαρα |
| Κλητική | αλογοπάζαρο | αλογοπάζαρα |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →