Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

παζάρι

/paˈza.ɾi/ουσιαστικό, ουδέτερο
•
  1. η υπαίθρια αγορά Βικιλεξικό
    • Ἐκεῖνοι μᾶς μέρασαν, κι' ὁ καθένας μας πουλήθηκε στὸ παζάρι σκλάβος ἀλευτέρωτος σ' ἄλλους ἀνθρώπους. (Χρήστος Χρηστοβασίλης, Ο ξενιτεμένος)
    • Με τα δάχτυλα ακόμη μπλεγμένα, διασχίζουμε ατελείωτες σειρές από βίντατζ ρούχα στο αγαπημένο υπαίθριο παζάρι του Τζάσπερ. Δοκιμάζω ένα βίντατζ Σανέλ παλτό και ο Τζάσπερ αγοράζει κι άλλα τζιν για τη συλλογή του. (Shana Feste, Jen Besser, Ερωτευμένη Diana, μετάφραση Αγορίτσα Μπακοδήμου, εκδ. Μεταίχμιο, 2025)
  2. η διαπραγμάτευση για την τιμή ενός προϊόντος μεταξύ εμπόρου και αγοραστή Βικιλεξικό
    • στην Ανατολή σχεδόν επιβάλλονται τα παζάρια

Ετυμολογία

παζάρι < (κληρονομημένο) μεσαιωνική ελληνική παζάρι > παζάριον < οθωμανική τουρκική ? (τουρκική pazar) < περσική بازار (bâzâr) < μέση περσική wʾčʾl (wāzār, αγορά)

Κλίση

ΕνικόςΠληθυντικός
Ονομαστικήπαζάριπαζάρια
Γενικήπαζαριούπαζαριών
Αιτιατικήπαζάριπαζάρια
Κλητικήπαζάριπαζάρια

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →