Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

αλυτρωτικός

επίθετο, αρσενικό
•
  1. που έχει σχέση με τον αλυτρωτισμό ή αναφέρεται σ’ αυτόν Βικιλεξικό
    • ο αλυτρωτικός εθνικισμός, που αποτέλεσε τον πυλώνα του ιδεολογικού εποικοδομήματος και τον γνώμονα χάραξης της εξωτερικής πολιτικής των βαλκανικών χωρών κατά τον «μακρό» 19ο αιώνα, έπαυσε να κατευθύνει τις επιλογές των ιθυνόντων και των αστών διανοουμένων των κρατών της Βαλκανικής στον Μεσοπόλεμο (Σπυρίδων Πλουμίδης, Έδαφος και μνήμη στα Βαλκάνια: Ο «γεωργικός εθνικισμός» στην Ελλάδα και στη Βουλγαρία (1927-1946), εκδ. Πατάκης, 2013)

Ετυμολογία

αλυτρωτικός < αλυτρωτισμός + -ικός

Κλίση

Ενικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήαλυτρωτικόςαλυτρωτικήαλυτρωτικό
Γενικήαλυτρωτικούαλυτρωτικήςαλυτρωτικού
Αιτιατικήαλυτρωτικόαλυτρωτικήαλυτρωτικό
Κλητικήαλυτρωτικέαλυτρωτικήαλυτρωτικό

Πληθυντικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήαλυτρωτικοίαλυτρωτικέςαλυτρωτικά
Γενικήαλυτρωτικώναλυτρωτικώναλυτρωτικών
Αιτιατικήαλυτρωτικούςαλυτρωτικέςαλυτρωτικά
Κλητικήαλυτρωτικοίαλυτρωτικέςαλυτρωτικά

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →