αλυτρωτισμός
•
- εθνικιστική προσπάθεια απελευθέρωσης ομοεθνών που θεωρούνται υποδουλωμένοι Βικιλεξικό
Ετυμολογία
αλυτρωτισμός < αλύτρωτ(ος) + -ισμός
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | αλυτρωτισμός | αλυτρωτισμοί |
| Γενική | αλυτρωτισμού | αλυτρωτισμών |
| Αιτιατική | αλυτρωτισμό | αλυτρωτισμούς |
| Κλητική | αλυτρωτισμέ | αλυτρωτισμοί |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →