αλώνι
•
- στρογγυλός επίπεδος χώρος για το αλώνισμα δημητριακών Βικιλεξικό
- Ο ίδιος ο Στάθης έπαιρνε τα κοφίνια παραμάσκαλα όταν είταν γιομάτα, τα 'φερνε στ' αλώνι κ' εσώριαζε το γέννημα στη στίβα. (Κωνσταντίνος Θεοτόκης, Η Παντρειά της Σταλαχτής, Ο Νουμάς, αρ. 167, 9 Οχτώβρη 1905, σσ. 2-12)
- κατ’ επέκτασηχώρος αποξήρανσης (π.χ. σταφίδας) Βικιλεξικό
- κατ’ επέκτασηοποιοδήποτε αντικείμενο ή επιφάνεια κυκλικού σχήματος Βικιλεξικό
Ετυμολογία
αλώνι < μεσαιωνική ελληνική αλώνι(ν) < (ελληνιστική κοινή), υποκοριστικό του ἅλως
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | αλώνι | αλώνια |
| Γενική | αλωνιού | αλωνιών |
| Αιτιατική | αλώνι | αλώνια |
| Κλητική | αλώνι | αλώνια |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →