Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

αλωνίζω

/a.loˈni.zo/ρήμα
•
  1. διαχωρίζω στο αλώνι τον καρπό των δημητριακών από τα περιβλήματά τους και το άχυρο με κόπανο ή μηχάνημα Βικιλεξικό
  2. μεταφορικάπεριπλανιέμαι από άκρη σε άκρη Βικιλεξικό
  3. μεταφορικάσυμπεριφέρομαι με αυθάδεια κι ανεξέλεγκτα Βικιλεξικό
  4. λαϊκότροποσκορπώ, σπαταλώ Βικιλεξικό

Ετυμολογία

αλωνίζω < αλώνι + -ίζω

Κλίση

εγώεσύαυτόςεμείςεσείςαυτοί
Ενεστώταςαλωνίζωαλωνίζειςαλωνίζειαλωνίζουμεαλωνίζετεαλωνίζουν / αλωνίζουνε
Παρατατικόςαλώνιζααλώνιζεςαλώνιζεαλωνίζαμεαλωνίζατεαλωνίζαν / αλωνίζανε / αλώνιζαν
Αόριστοςαλώνισααλώνισεςαλώνισεαλωνίσαμεαλωνίσατεαλωνίσαν / αλωνίσανε / αλώνισαν
Μέλλονταςθα αλωνίζω / θα αλωνίσωθα αλωνίζεις / θα αλωνίσειςθα αλωνίζει / θα αλωνίσειθα αλωνίζουμε / θα αλωνίσουμεθα αλωνίζετε / θα αλωνίσετεθα αλωνίζουν / θα αλωνίζουνε / θα αλωνίσουν / θα αλωνίσουνε
Παρακείμενοςέχω αλωνίσειέχεις αλωνίσειέχει αλωνίσειέχουμε αλωνίσειέχετε αλωνίσει—
Υπερσυντέλικοςείχα αλωνίσειείχες αλωνίσειείχε αλωνίσειείχαμε αλωνίσει——
Υποτακτικήνα έχω αλωνίσει / να αλωνίζω / να αλωνίσωνα έχεις αλωνίσει / να αλωνίζεις / να αλωνίσειςνα έχει αλωνίσει / να αλωνίζει / να αλωνίσεινα έχουμε αλωνίσει / να αλωνίζουμε / να αλωνίσουμενα έχετε αλωνίσει / να αλωνίζετε / να αλωνίσετενα αλωνίζουν / να αλωνίζουνε / να αλωνίσουν / να αλωνίσουνε
Προστακτική—αλώνιζε / αλώνισε——αλωνίζετε / αλωνίστε—

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →