αλωνίζω
•
- διαχωρίζω στο αλώνι τον καρπό των δημητριακών από τα περιβλήματά τους και το άχυρο με κόπανο ή μηχάνημα Βικιλεξικό
- μεταφορικάπεριπλανιέμαι από άκρη σε άκρη Βικιλεξικό
- μεταφορικάσυμπεριφέρομαι με αυθάδεια κι ανεξέλεγκτα Βικιλεξικό
- λαϊκότροποσκορπώ, σπαταλώ Βικιλεξικό
Ετυμολογία
αλωνίζω < αλώνι + -ίζω
Κλίση
| εγώ | εσύ | αυτός | εμείς | εσείς | αυτοί | |
|---|---|---|---|---|---|---|
| Ενεστώτας | αλωνίζω | αλωνίζεις | αλωνίζει | αλωνίζουμε | αλωνίζετε | αλωνίζουν / αλωνίζουνε |
| Παρατατικός | αλώνιζα | αλώνιζες | αλώνιζε | αλωνίζαμε | αλωνίζατε | αλωνίζαν / αλωνίζανε / αλώνιζαν |
| Αόριστος | αλώνισα | αλώνισες | αλώνισε | αλωνίσαμε | αλωνίσατε | αλωνίσαν / αλωνίσανε / αλώνισαν |
| Μέλλοντας | θα αλωνίζω / θα αλωνίσω | θα αλωνίζεις / θα αλωνίσεις | θα αλωνίζει / θα αλωνίσει | θα αλωνίζουμε / θα αλωνίσουμε | θα αλωνίζετε / θα αλωνίσετε | θα αλωνίζουν / θα αλωνίζουνε / θα αλωνίσουν / θα αλωνίσουνε |
| Παρακείμενος | έχω αλωνίσει | έχεις αλωνίσει | έχει αλωνίσει | έχουμε αλωνίσει | έχετε αλωνίσει | — |
| Υπερσυντέλικος | είχα αλωνίσει | είχες αλωνίσει | είχε αλωνίσει | είχαμε αλωνίσει | — | — |
| Υποτακτική | να έχω αλωνίσει / να αλωνίζω / να αλωνίσω | να έχεις αλωνίσει / να αλωνίζεις / να αλωνίσεις | να έχει αλωνίσει / να αλωνίζει / να αλωνίσει | να έχουμε αλωνίσει / να αλωνίζουμε / να αλωνίσουμε | να έχετε αλωνίσει / να αλωνίζετε / να αλωνίσετε | να αλωνίζουν / να αλωνίζουνε / να αλωνίσουν / να αλωνίσουνε |
| Προστακτική | — | αλώνιζε / αλώνισε | — | — | αλωνίζετε / αλωνίστε | — |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →