Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

αμαθής

επίθετο, αρσενικό
•
  1. που δεν έχει αποκτήσει αρκετές γνώσεις Βικιλεξικό

Ετυμολογία

αμαθής < αρχαία ελληνική ἀμαθής < ἀ- στερητικό + μαθ (θέμα αορίστου του μανθάνω) + -ής

Κλίση

Ενικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήαμαθήςαμαθήςαμαθές
Γενικήαμαθούςαμαθούςαμαθούς
Αιτιατικήαμαθήαμαθήαμαθές
Κλητικήαμαθή / αμαθήςαμαθήςαμαθές

Πληθυντικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήαμαθείςαμαθείςαμαθή
Γενικήαμαθώναμαθώναμαθών
Αιτιατικήαμαθείςαμαθείςαμαθή
Κλητικήαμαθείςαμαθείςαμαθή

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →