Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

αμαλγαμωτικός

επίθετο, αρσενικό
•
  1. που έχει σχέση με την αμαλγάμωση ή το αμάλγαμα ή αναφέρεται σ’ αυτά Βικιλεξικό

Ετυμολογία

αμαλγαμωτικός < αμαλγαμώνω + -τικός

Κλίση

Ενικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήαμαλγαμωτικόςαμαλγαμωτικήαμαλγαμωτικό
Γενικήαμαλγαμωτικούαμαλγαμωτικήςαμαλγαμωτικού
Αιτιατικήαμαλγαμωτικόαμαλγαμωτικήαμαλγαμωτικό
Κλητικήαμαλγαμωτικέαμαλγαμωτικήαμαλγαμωτικό

Πληθυντικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήαμαλγαμωτικοίαμαλγαμωτικέςαμαλγαμωτικά
Γενικήαμαλγαμωτικώναμαλγαμωτικώναμαλγαμωτικών
Αιτιατικήαμαλγαμωτικούςαμαλγαμωτικέςαμαλγαμωτικά
Κλητικήαμαλγαμωτικοίαμαλγαμωτικέςαμαλγαμωτικά

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →