αμαλγαμωτικός
•
- που έχει σχέση με την αμαλγάμωση ή το αμάλγαμα ή αναφέρεται σ’ αυτά Βικιλεξικό
Ετυμολογία
αμαλγαμωτικός < αμαλγαμώνω + -τικός
Κλίση
Ενικός
| Αρσενικό | Θηλυκό | Ουδέτερο | |
|---|---|---|---|
| Ονομαστική | αμαλγαμωτικός | αμαλγαμωτική | αμαλγαμωτικό |
| Γενική | αμαλγαμωτικού | αμαλγαμωτικής | αμαλγαμωτικού |
| Αιτιατική | αμαλγαμωτικό | αμαλγαμωτική | αμαλγαμωτικό |
| Κλητική | αμαλγαμωτικέ | αμαλγαμωτική | αμαλγαμωτικό |
Πληθυντικός
| Αρσενικό | Θηλυκό | Ουδέτερο | |
|---|---|---|---|
| Ονομαστική | αμαλγαμωτικοί | αμαλγαμωτικές | αμαλγαμωτικά |
| Γενική | αμαλγαμωτικών | αμαλγαμωτικών | αμαλγαμωτικών |
| Αιτιατική | αμαλγαμωτικούς | αμαλγαμωτικές | αμαλγαμωτικά |
| Κλητική | αμαλγαμωτικοί | αμαλγαμωτικές | αμαλγαμωτικά |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →