αμάλγαμα
•
- κράμα υδραργύρου και άλλου μετάλλου Βικιλεξικό
- κατ’ επέκτασηκάθε προϊόν ανάμειξης που συγκεντρώνει τα θετικά χαρακτηριστικά των συστατικών του στοιχείων Βικιλεξικό
Ετυμολογία
αμάλγαμα < μεσαιωνική ελληνική ἀμάλγαμα < μεσαιωνική λατινική amalgama (κράμα υδραργύρου) < αραβική اَلْمَلْغَم (al-malḡam) (μαλακτικό κατάπλασμα ή αλοιφή) < αρχαία ελληνική μάλαγμα (μαλακτική αλοιφή, ελαστικό υλικό) (αντιδάνειο) < μαλάσσω < μαλακός ((σημασιολογικό δάνειο) γαλλική amalgame)
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | αμάλγαμα | αμαλγάματα |
| Γενική | αμαλγάματος | αμαλγαμάτων |
| Αιτιατική | αμάλγαμα | αμαλγάματα |
| Κλητική | αμάλγαμα | αμαλγάματα |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →