Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

αμάλγαμα

/a.ˈmal.ɣa.ma/ουσιαστικό, ουδέτερο
•
  1. κράμα υδραργύρου και άλλου μετάλλου Βικιλεξικό
  2. κατ’ επέκτασηκάθε προϊόν ανάμειξης που συγκεντρώνει τα θετικά χαρακτηριστικά των συστατικών του στοιχείων Βικιλεξικό

Ετυμολογία

αμάλγαμα < μεσαιωνική ελληνική ἀμάλγαμα < μεσαιωνική λατινική amalgama (κράμα υδραργύρου) < αραβική اَلْمَلْغَم (al-malḡam) (μαλακτικό κατάπλασμα ή αλοιφή) < αρχαία ελληνική μάλαγμα (μαλακτική αλοιφή, ελαστικό υλικό) (αντιδάνειο) < μαλάσσω < μαλακός ((σημασιολογικό δάνειο) γαλλική amalgame)

Κλίση

ΕνικόςΠληθυντικός
Ονομαστικήαμάλγαμααμαλγάματα
Γενικήαμαλγάματοςαμαλγαμάτων
Αιτιατικήαμάλγαμααμαλγάματα
Κλητικήαμάλγαμααμαλγάματα

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →