αμαλγαμώνω
•
- φτιάχνω αμάλγαμα Βικιλεξικό
- μεταφορικάσυγκεράζω Βικιλεξικό
Ετυμολογία
αμαλγαμώνω < αμάλγαμα + -ώνω
Κλίση
| εγώ | εσύ | αυτός | εμείς | εσείς | αυτοί | |
|---|---|---|---|---|---|---|
| Ενεστώτας | αμαλγαμώνω | αμαλγαμώνεις | αμαλγαμώνει | αμαλγαμώνουμε | αμαλγαμώνετε | αμαλγαμώνουν / αμαλγαμώνουνε |
| Παρατατικός | αμαλγάμωνα | αμαλγάμωνες | αμαλγάμωνε | αμαλγαμώναμε | αμαλγαμώνατε | αμαλγάμωναν / αμαλγαμώναν / αμαλγαμώνανε |
| Αόριστος | αμαλγάμωσα | αμαλγάμωσες | αμαλγάμωσε | αμαλγαμώσαμε | αμαλγαμώσατε | αμαλγάμωσαν / αμαλγαμώσαν / αμαλγαμώσανε |
| Μέλλοντας | θα αμαλγαμώνω / θα αμαλγαμώσω | θα αμαλγαμώνεις / θα αμαλγαμώσεις | θα αμαλγαμώνει / θα αμαλγαμώσει | θα αμαλγαμώνουμε / θα αμαλγαμώσουμε | θα αμαλγαμώνετε / θα αμαλγαμώσετε | θα αμαλγαμώνουν / θα αμαλγαμώνουνε / θα αμαλγαμώσουν / θα αμαλγαμώσουνε |
| Παρακείμενος | έχω αμαλγαμώσει | έχεις αμαλγαμώσει | έχει αμαλγαμώσει | έχουμε αμαλγαμώσει | έχετε αμαλγαμώσει | — |
| Υπερσυντέλικος | είχα αμαλγαμώσει | είχες αμαλγαμώσει | είχε αμαλγαμώσει | είχαμε αμαλγαμώσει | — | — |
| Υποτακτική | να έχω αμαλγαμώσει / να αμαλγαμώνω / να αμαλγαμώσω | να έχεις αμαλγαμώσει / να αμαλγαμώνεις / να αμαλγαμώσεις | να έχει αμαλγαμώσει / να αμαλγαμώνει / να αμαλγαμώσει | να έχουμε αμαλγαμώσει / να αμαλγαμώνουμε / να αμαλγαμώσουμε | να έχετε αμαλγαμώσει / να αμαλγαμώνετε / να αμαλγαμώσετε | να αμαλγαμώνουν / να αμαλγαμώνουνε / να αμαλγαμώσουν / να αμαλγαμώσουνε |
| Προστακτική | — | αμαλγάμωνε / αμαλγάμωσε | — | — | αμαλγαμώνετε / αμαλγαμώστε | — |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →