Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

αμαράντινος

επίθετο, αρσενικό
•
  1. που δεν μαραίνεται Βικιλεξικό
  2. μεταφορικάάφθαρτος, αιώνιος Βικιλεξικό
  3. που έχει σχέση με το φυτό αμάραντος ή αναφέρεται σ’ αυτό Βικιλεξικό

Ετυμολογία

αμαράντινος < αμάραντος + -ινος

Κλίση

Ενικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήαμαράντινοςαμαράντινηαμαράντινο
Γενικήαμαράντινουαμαράντινηςαμαράντινου
Αιτιατικήαμαράντινοαμαράντινηαμαράντινο
Κλητικήαμαράντινεαμαράντινηαμαράντινο

Πληθυντικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήαμαράντινοιαμαράντινεςαμαράντινα
Γενικήαμαράντινωναμαράντινωναμαράντινων
Αιτιατικήαμαράντινουςαμαράντινεςαμαράντινα
Κλητικήαμαράντινοιαμαράντινεςαμαράντινα

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →