Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

θρησκεία

/θɾiˈsci.a/ουσιαστικό, θηλυκό
•
  1. θρησκείαπαγιωμένο σύνολο αντιλήψεων και πρακτικών που αφορούν στη σχέση του ανθρώπου με το θεό Βικιλεξικό
    • η χριστιανική θρησκεία, η επικρατούσα θρησκεία
    • «Ναι, φαίνεσαι ταλαιπωρημένος» είπε ο Μάρκος που μέσα του απορούσε πως ο Σολδάτος ο αμφισβητίας και κυνικός, είχε πέσει τόσο με τα μούτρα στη θρησκεία και πίστευε και στα θαύματα. (Μαίρη Σιάνη-Ντέιβις, Έντιμος εμπορία, εκδ. Πατάκης, 2025)
    • Αἱ διατάξεις τοῦ παρόντος Μέρους καλύπτουν τό σύνολον τῶν πληθυσμῶν τῶν εἰς τήν σύρραξιν μετεχουσῶν χωρῶν ἄνευ οἱασδήποτε δυσμενοῦς διακρίσεως στηριζομένης ἰδία ἐπί ζητημάτων φυλῆς, ἐθνικότητος, θρησκείας ἤ πολιτικῶν πεποιθήσεων καί τείνουν νά μετριάσουν τά ὑπό τοῦ πολέμου προκαλούμενα δεινά. (Νόμος 3481/1955, Περί κυρώσεως των Συμβάσεων της Γενεύης της 12ης Αυγούστης 1949, άρθρο 13)
  2. μεταφορικάη απόλυτη αφοσίωση σε κάτι Βικιλεξικό
    • το ποδόσφαιρο είναι θρησκεία για μένα

Ετυμολογία

θρησκεία < (διαχρονικό δάνειο) ελληνιστική κοινή θρησκεία (αρχαία ελληνική σημασία: θρησκευτική τελετή)

Κλίση

ΕνικόςΠληθυντικός
Ονομαστικήθρησκείαθρησκείες
Γενικήθρησκείαςθρησκειών
Αιτιατικήθρησκείαθρησκείες
Κλητικήθρησκείαθρησκείες

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →