Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

αμβλύνω

/aɱˈvli.no/ρήμα
•
  1. κάνω κάτι να χάσει την αιχμηρότητά του Βικιλεξικό
  2. μεταφορικάμειώνω την ένταση σε διαφορές, καταστάσεις ή φαινόμενα Βικιλεξικό
  3. μεταφορικάχειροτερεύω κάτι έτσι, ώστε αυτό να είναι λιγότερο λειτουργικό Βικιλεξικό

Ετυμολογία

αμβλύνω < (διαχρονικό δάνειο) αρχαία ελληνική ἀμβλύνω < ἀμβλύς

Κλίση

Ενεργητική φωνή

εγώεσύαυτόςεμείςεσείςαυτοί
Ενεστώταςαμβλύνωαμβλύνειςαμβλύνειαμβλύνουμεαμβλύνετεαμβλύνουν / αμβλύνουνε
Παρατατικόςάμβλυνα / αμβλυνόμουναάμβλυνες / αμβλυνόσουναάμβλυνε / αμβλυνότανεαμβλύναμεαμβλύνατεάμβλυναν / αμβλύναν / αμβλύνανε
Αόριστοςάμβλυναάμβλυνεςάμβλυνεαμβλύναμεαμβλύνατεάμβλυναν / αμβλύναν / αμβλύνανε
Μέλλονταςθα αμβλύνωθα αμβλύνειςθα αμβλύνειθα αμβλύνουμεθα αμβλύνετεθα αμβλύνουν / θα αμβλύνουνε
Παρακείμενοςέχω αμβλύνειέχεις αμβλύνειέχει αμβλύνειέχουμε αμβλύνειέχετε αμβλύνειέχουν αμβλύνει
Υπερσυντέλικοςείχα αμβλύνειείχες αμβλύνειείχε αμβλύνειείχαμε αμβλύνειείχατε αμβλύνειείχαν αμβλύνει
Υποτακτικήνα έχω αμβλύνει / να αμβλύνωνα έχεις αμβλύνει / να αμβλύνειςνα έχει αμβλύνει / να αμβλύνεινα έχουμε αμβλύνει / να αμβλύνουμενα έχετε αμβλύνει / να αμβλύνετενα έχουν αμβλύνει / να αμβλύνουν / να αμβλύνουνε
Προστακτική—άμβλυνε / αμβλύνου——αμβλύνετε / αμβλύντε—

Μεσοπαθητική φωνή

εγώεσύαυτόςεμείςεσείςαυτοί
Ενεστώταςαμβλύνομαιαμβλύνεσαιαμβλύνεταιαμβλυνόμαστε——
Παρατατικόςαμβλυνόμουναμβλυνόσουναμβλυνόταναμβλυνόμασταν / αμβλυνόμαστε——
Μέλλονταςθα αμβλύνομαιθα αμβλύνεσαιθα αμβλύνεταιθα αμβλυνόμαστε——
Υποτακτικήνα αμβλύνομαινα αμβλύνεσαινα αμβλύνεταινα αμβλυνόμαστε——

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →