αμβλύνω
•
- κάνω κάτι να χάσει την αιχμηρότητά του Βικιλεξικό
- μεταφορικάμειώνω την ένταση σε διαφορές, καταστάσεις ή φαινόμενα Βικιλεξικό
- μεταφορικάχειροτερεύω κάτι έτσι, ώστε αυτό να είναι λιγότερο λειτουργικό Βικιλεξικό
Ετυμολογία
αμβλύνω < (διαχρονικό δάνειο) αρχαία ελληνική ἀμβλύνω < ἀμβλύς
Κλίση
Ενεργητική φωνή
| εγώ | εσύ | αυτός | εμείς | εσείς | αυτοί | |
|---|---|---|---|---|---|---|
| Ενεστώτας | αμβλύνω | αμβλύνεις | αμβλύνει | αμβλύνουμε | αμβλύνετε | αμβλύνουν / αμβλύνουνε |
| Παρατατικός | άμβλυνα / αμβλυνόμουνα | άμβλυνες / αμβλυνόσουνα | άμβλυνε / αμβλυνότανε | αμβλύναμε | αμβλύνατε | άμβλυναν / αμβλύναν / αμβλύνανε |
| Αόριστος | άμβλυνα | άμβλυνες | άμβλυνε | αμβλύναμε | αμβλύνατε | άμβλυναν / αμβλύναν / αμβλύνανε |
| Μέλλοντας | θα αμβλύνω | θα αμβλύνεις | θα αμβλύνει | θα αμβλύνουμε | θα αμβλύνετε | θα αμβλύνουν / θα αμβλύνουνε |
| Παρακείμενος | έχω αμβλύνει | έχεις αμβλύνει | έχει αμβλύνει | έχουμε αμβλύνει | έχετε αμβλύνει | έχουν αμβλύνει |
| Υπερσυντέλικος | είχα αμβλύνει | είχες αμβλύνει | είχε αμβλύνει | είχαμε αμβλύνει | είχατε αμβλύνει | είχαν αμβλύνει |
| Υποτακτική | να έχω αμβλύνει / να αμβλύνω | να έχεις αμβλύνει / να αμβλύνεις | να έχει αμβλύνει / να αμβλύνει | να έχουμε αμβλύνει / να αμβλύνουμε | να έχετε αμβλύνει / να αμβλύνετε | να έχουν αμβλύνει / να αμβλύνουν / να αμβλύνουνε |
| Προστακτική | — | άμβλυνε / αμβλύνου | — | — | αμβλύνετε / αμβλύντε | — |
Μεσοπαθητική φωνή
| εγώ | εσύ | αυτός | εμείς | εσείς | αυτοί | |
|---|---|---|---|---|---|---|
| Ενεστώτας | αμβλύνομαι | αμβλύνεσαι | αμβλύνεται | αμβλυνόμαστε | — | — |
| Παρατατικός | αμβλυνόμουν | αμβλυνόσουν | αμβλυνόταν | αμβλυνόμασταν / αμβλυνόμαστε | — | — |
| Μέλλοντας | θα αμβλύνομαι | θα αμβλύνεσαι | θα αμβλύνεται | θα αμβλυνόμαστε | — | — |
| Υποτακτική | να αμβλύνομαι | να αμβλύνεσαι | να αμβλύνεται | να αμβλυνόμαστε | — | — |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →