αμεροληπτώ
•
- είμαι αμερόληπτος Βικιλεξικό
Ετυμολογία
αμεροληπτώ < α- + μεροληπτώ
Κλίση
| εγώ | εσύ | αυτός | εμείς | εσείς | αυτοί | |
|---|---|---|---|---|---|---|
| Ενεστώτας | αμεροληπτώ | αμεροληπτείς | αμεροληπτεί | αμεροληπτούμε | αμεροληπτείτε | αμεροληπτούν / αμεροληπτούνε |
| Παρατατικός | αμεροληπτούσα | αμεροληπτούσες | αμεροληπτούσε | αμεροληπτούσαμε | αμεροληπτούσατε | αμεροληπτούσαν / αμεροληπτούσανε |
| Αόριστος | αμερολήπτησα | αμερολήπτησες | αμερολήπτησε | αμεροληπτήσαμε | αμεροληπτήσατε | αμερολήπτησαν / αμεροληπτήσαν / αμεροληπτήσανε |
| Μέλλοντας | θα αμεροληπτήσω / θα αμεροληπτώ | θα αμεροληπτήσεις / θα αμεροληπτείς | θα αμεροληπτήσει / θα αμεροληπτεί | θα αμεροληπτήσουμε / θα αμεροληπτούμε | θα αμεροληπτήσετε / θα αμεροληπτείτε | θα αμεροληπτήσουν / θα αμεροληπτήσουνε / θα αμεροληπτούν / θα αμεροληπτούνε |
| Παρακείμενος | έχω αμεροληπτήσει | έχεις αμεροληπτήσει | έχει αμεροληπτήσει | έχουμε αμεροληπτήσει | έχετε αμεροληπτήσει | — |
| Υπερσυντέλικος | είχα αμεροληπτήσει | είχες αμεροληπτήσει | είχε αμεροληπτήσει | είχαμε αμεροληπτήσει | — | — |
| Υποτακτική | να έχω αμεροληπτήσει / να αμεροληπτήσω / να αμεροληπτώ | να έχεις αμεροληπτήσει / να αμεροληπτήσεις / να αμεροληπτείς | να έχει αμεροληπτήσει / να αμεροληπτήσει / να αμεροληπτεί | να έχουμε αμεροληπτήσει / να αμεροληπτήσουμε / να αμεροληπτούμε | να έχετε αμεροληπτήσει / να αμεροληπτήσετε / να αμεροληπτείτε | να αμεροληπτήσουν / να αμεροληπτήσουνε / να αμεροληπτούν / να αμεροληπτούνε |
| Προστακτική | — | αμερολήπτει / αμερολήπτησε | — | — | αμεροληπτήστε / αμεροληπτείτε | — |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →