Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

αμεροληπτώ

ρήμα
•
  1. είμαι αμερόληπτος Βικιλεξικό

Ετυμολογία

αμεροληπτώ < α- + μεροληπτώ

Κλίση

εγώεσύαυτόςεμείςεσείςαυτοί
Ενεστώταςαμεροληπτώαμεροληπτείςαμεροληπτείαμεροληπτούμεαμεροληπτείτεαμεροληπτούν / αμεροληπτούνε
Παρατατικόςαμεροληπτούσααμεροληπτούσεςαμεροληπτούσεαμεροληπτούσαμεαμεροληπτούσατεαμεροληπτούσαν / αμεροληπτούσανε
Αόριστοςαμερολήπτησααμερολήπτησεςαμερολήπτησεαμεροληπτήσαμεαμεροληπτήσατεαμερολήπτησαν / αμεροληπτήσαν / αμεροληπτήσανε
Μέλλονταςθα αμεροληπτήσω / θα αμεροληπτώθα αμεροληπτήσεις / θα αμεροληπτείςθα αμεροληπτήσει / θα αμεροληπτείθα αμεροληπτήσουμε / θα αμεροληπτούμεθα αμεροληπτήσετε / θα αμεροληπτείτεθα αμεροληπτήσουν / θα αμεροληπτήσουνε / θα αμεροληπτούν / θα αμεροληπτούνε
Παρακείμενοςέχω αμεροληπτήσειέχεις αμεροληπτήσειέχει αμεροληπτήσειέχουμε αμεροληπτήσειέχετε αμεροληπτήσει—
Υπερσυντέλικοςείχα αμεροληπτήσειείχες αμεροληπτήσειείχε αμεροληπτήσειείχαμε αμεροληπτήσει——
Υποτακτικήνα έχω αμεροληπτήσει / να αμεροληπτήσω / να αμεροληπτώνα έχεις αμεροληπτήσει / να αμεροληπτήσεις / να αμεροληπτείςνα έχει αμεροληπτήσει / να αμεροληπτήσει / να αμεροληπτείνα έχουμε αμεροληπτήσει / να αμεροληπτήσουμε / να αμεροληπτούμενα έχετε αμεροληπτήσει / να αμεροληπτήσετε / να αμεροληπτείτενα αμεροληπτήσουν / να αμεροληπτήσουνε / να αμεροληπτούν / να αμεροληπτούνε
Προστακτική—αμερολήπτει / αμερολήπτησε——αμεροληπτήστε / αμεροληπτείτε—

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →