λαμβάνω
•
- παίρνω, δέχομαι Βικιλεξικό
- εντοπίζω επιθυμητό σήμα (όπως από ασύρματο) Βικιλεξικό
- Αν με λαμβάνει κανείς, ας απαντήσει.
- Ελήφθη, όβερ.
- μεταφορικάκαταλαβαίνω Βικιλεξικό
- Δε με λαμβάνεις σήμερα.
Ετυμολογία
λαμβάνω < (διαχρονικό δάνειο) αρχαία ελληνική λαμβάνω < πρωτοϊνδοευρωπαϊκή *sleh₂gʷ-.
Κλίση
Ενεργητική φωνή
| εγώ | εσύ | αυτός | εμείς | εσείς | αυτοί | |
|---|---|---|---|---|---|---|
| Ενεστώτας | λαμβάνω | λαμβάνεις | λαμβάνει | λαμβάνουμε | λαμβάνετε | λαμβάνουν / λαμβάνουνε |
| Παρατατικός | λάμβανα | λάμβανες | λάμβανε | λαμβάναμε | λαμβάνατε | λάμβαναν / λαμβάναν / λαμβάνανε |
| Αόριστος | έλαβα | έλαβες | έλαβε | λάβαμε | λάβατε | έλαβαν / λάβαν / λάβανε |
| Μέλλοντας | θα λάβω / θα λαμβάνω | θα λάβεις / θα λαμβάνεις | θα λάβει / θα λαμβάνει | θα λάβουμε / θα λαμβάνουμε | θα λάβετε / θα λαμβάνετε | θα λάβουν / θα λάβουνε / θα λαμβάνουν / θα λαμβάνουνε |
| Παρακείμενος | έχω λάβει | έχεις λάβει | έχει λάβει | έχουμε λάβει | — | — |
| Υπερσυντέλικος | είχα λάβει | είχες λάβει | είχε λάβει | — | — | — |
| Υποτακτική | να έχω λάβει / να λάβω / να λαμβάνω | να έχεις λάβει / να λάβεις / να λαμβάνεις | να έχει λάβει / να λάβει / να λαμβάνει | να έχουμε λάβει / να λάβουμε / να λαμβάνουμε | να λάβετε / να λαμβάνετε | να λάβουν / να λάβουνε / να λαμβάνουν / να λαμβάνουνε |
| Προστακτική | — | λάβε / λάμβανε | — | — | λάβετε / λαμβάνετε | — |
Μεσοπαθητικοί τύποι
λήφθηκαλαμβάνομαι
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →