Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

αμιάντινος

επίθετο, αρσενικό
•
  1. που είναι φτιαγμένος από αμίαντο ή αναφέρεται σ’ αυτόν Βικιλεξικό

Ετυμολογία

αμιάντινος < αμίαντος + -ινος < αρχαία ελληνική ἀμίαντος

Κλίση

Ενικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήαμιάντινοςαμιάντινηαμιάντινο
Γενικήαμιάντινουαμιάντινηςαμιάντινου
Αιτιατικήαμιάντινοαμιάντινηαμιάντινο
Κλητικήαμιάντινεαμιάντινηαμιάντινο

Πληθυντικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήαμιάντινοιαμιάντινεςαμιάντινα
Γενικήαμιάντινωναμιάντινωναμιάντινων
Αιτιατικήαμιάντινουςαμιάντινεςαμιάντινα
Κλητικήαμιάντινοιαμιάντινεςαμιάντινα

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →