αμίαντος
•
- ορυκτολογίαομάδα διαφορετικών πυριτικών ορυκτών που αποτελούνται από ίνες, που παλιότερα χρησιμοποιούνταν συχνά, σήμερα όμως η χρήση τους έχει απαγορευθεί, επειδή η εισπνοή τους προκαλεί καρκίνο των πνευμόνων Βικιλεξικό
Ετυμολογία
αμίαντος (επίθετο) < αρχαία ελληνική ἀμίαντος < ἀ- + μιαίνω # αμίαντος (ουσιαστικό) < αρχαία ελληνική ἀμίαντος (ουσιαστικό) < ἀμίαντος (επίθετο) < ἀ- + μιαίνω
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →