Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

αμιγής

επίθετο, αρσενικό
•
  1. καθαρός, ομοιόμορφος, χωρίς διαφορετικά ή ξένα στοιχεία Βικιλεξικό

Ετυμολογία

αμιγής < αρχαία ελληνική ἀμιγής < ἀ- στερητικό + μίγνυμι, που δεν έχει αναμιχθεί

Κλίση

Ενικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήαμιγήςαμιγήςαμιγές
Γενικήαμιγούςαμιγούςαμιγούς
Αιτιατικήαμιγήαμιγήαμιγές
Κλητικήαμιγή / αμιγήςαμιγήςαμιγές

Πληθυντικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήαμιγείςαμιγείςαμιγή
Γενικήαμιγώναμιγώναμιγών
Αιτιατικήαμιγείςαμιγείςαμιγή
Κλητικήαμιγείςαμιγείςαμιγή

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →