Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

αμνηστευτικός

επίθετο, αρσενικό
•
  1. που έχει σχέση με την αμνηστία, αναφέρεται σʼ αυτή ή την παρέχει Βικιλεξικό

Ετυμολογία

αμνηστευτικός < αμνηστεύω + -τικός

Κλίση

Ενικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήαμνηστευτικόςαμνηστευτικήαμνηστευτικό
Γενικήαμνηστευτικούαμνηστευτικήςαμνηστευτικού
Αιτιατικήαμνηστευτικόαμνηστευτικήαμνηστευτικό
Κλητικήαμνηστευτικέαμνηστευτικήαμνηστευτικό

Πληθυντικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήαμνηστευτικοίαμνηστευτικέςαμνηστευτικά
Γενικήαμνηστευτικώναμνηστευτικώναμνηστευτικών
Αιτιατικήαμνηστευτικούςαμνηστευτικέςαμνηστευτικά
Κλητικήαμνηστευτικοίαμνηστευτικέςαμνηστευτικά

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →