αμνηστευτικός
•
- που έχει σχέση με την αμνηστία, αναφέρεται σʼ αυτή ή την παρέχει Βικιλεξικό
Ετυμολογία
αμνηστευτικός < αμνηστεύω + -τικός
Κλίση
Ενικός
| Αρσενικό | Θηλυκό | Ουδέτερο | |
|---|---|---|---|
| Ονομαστική | αμνηστευτικός | αμνηστευτική | αμνηστευτικό |
| Γενική | αμνηστευτικού | αμνηστευτικής | αμνηστευτικού |
| Αιτιατική | αμνηστευτικό | αμνηστευτική | αμνηστευτικό |
| Κλητική | αμνηστευτικέ | αμνηστευτική | αμνηστευτικό |
Πληθυντικός
| Αρσενικό | Θηλυκό | Ουδέτερο | |
|---|---|---|---|
| Ονομαστική | αμνηστευτικοί | αμνηστευτικές | αμνηστευτικά |
| Γενική | αμνηστευτικών | αμνηστευτικών | αμνηστευτικών |
| Αιτιατική | αμνηστευτικούς | αμνηστευτικές | αμνηστευτικά |
| Κλητική | αμνηστευτικοί | αμνηστευτικές | αμνηστευτικά |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →