αμνηστία
•
- επίσημη απόφαση από κρατική αρχή που απαλλάσσει κάποιον από τις νομικές συνέπειες ορισμένων παράνομων του πράξεων ή πολιτικών εγκλημάτων, ειδικά πριν γίνει μια δίκη, και συνήθως για σύνολο ανθρώπων, χάρη Βικιλεξικό
- Βάσει του νόμου για την παροχή αμνηστίας, που ψήφισε στις 18 Δεκεμβρίου η ρωσική Δούμα, αποφυλακίστηκαν χθες δύο μέλη του ρωσικού πανκ συγκροτήματος «Pussy Riot». (εφ. Ελευθεροτυπία, 24.12.2013.)
Ετυμολογία
αμνηστία < ελληνιστική κοινή ἀμνηστία (παρόμοια σημασία) < αρχαία ελληνική ἀμνηστία < ἄμνηστος (= λησμονημένος)
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | αμνηστία | αμνηστίες |
| Γενική | αμνηστίας | αμνηστιών |
| Αιτιατική | αμνηστία | αμνηστίες |
| Κλητική | αμνηστία | αμνηστίες |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →