αμνοφαγία
•
- λόγιοη βρώση αμνών Βικιλεξικό
- ※ Στην καρδιά του Κολωνακίου, στην οδό Τσακάλωφ ανάμεσα στα καφέ, είχαν στηθεί σούβλες και η τσίκνα του αρνιού έσπαγε μύτες. Ξέσπασαν πάλι σε γέλια. «Είμαστε ωραίοι! Δεν είμαστε; Μερακλήδες και χαλαροί, όχι Σκανδιναβοί. Είμαστε παιδιά της ανοιξιάτικης αμνοφαγίας και του ατελείωτου, του παντοτινού ελληνικού καλοκαιριού. Είμαστε ήδη σε διακοπές», κατέληξαν. (ΣΕ ΠΡΩΤΟ ΕΝΙΚΟ Λίγο αρνί, λίγη θάλασσα κι η αναδιάρθρωση, εφημερίδα ΤΑ ΝΕΑ, 26 Απριλίου 2011 https://www.tanea.gr/2011/04/26/greece/se-pr-to-eniko-ligo-arni-ligi-thalassa-ki-i-anadiarthrwsi/) Βικιλεξικό
Ετυμολογία
αμνοφαγία < ἀμνοφαγία, μορφολογικά αναλύεται αμν(ός) + -ο- + -φαγία • Η Ετυμολογία χρειάζεται ανάπτυξη με τεκμηρίωση. Μπορείτε να βοηθήσετε;
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | αμνοφαγία | αμνοφαγίες |
| Γενική | αμνοφαγίας | αμνοφαγιών |
| Αιτιατική | αμνοφαγία | αμνοφαγίες |
| Κλητική | αμνοφαγία | αμνοφαγίες |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →