τρώω
•
- μασώ και καταπίνω τροφή Βικιλεξικό
- κάθε φορά που τον συναντώ, τρώει
- παίρνω πρωινό, γεύμα ή δείπνο Βικιλεξικό
- μην αργήσεις γιατί τρώμε νωρίς
- μου αρέσει το συγκεκριμένο φαγητό Βικιλεξικό
- δεν τρώει χοιρινό
- χρηματίζομαι, παίρνω χρήματα με παράνομη εκμετάλλευση της θέσης ή της ιδιότητάς μου Βικιλεξικό
- θρησκείαδε νηστεύω Βικιλεξικό
- δαγκώνω ή τσιμπώ Βικιλεξικό
- πιστεύω με αφέλεια ό,τι μου λένε Βικιλεξικό
- ό,τι του λένε, τα τρώει!
- μεταφορικάφθείρω, διαβρώνω Βικιλεξικό
- σιγά σιγά, η βροχή τρώει την πέτρα
- η σκουριά έφαγε την κλειδαριά
- επιτίθεμαι, επιδιώκω να βλάψω κάποιον Βικιλεξικό
- τον έφαγε η αρρώστια
- τον φάγανε μπαμπέσικα (τον σκότωσαν ή τον εξουδετέρωσαν πάντως ως απειλή)
- Ε, πάψε πια, μας έφαγες με την πολυλογία σου!
- αμάν πια, πάψε να τρώγεσαι με τα ρούχα σου (όλα σου φταίνε, γρινιάζεις)
- μεταφορικάπαραμερίζω, κάνω κάποιον να χάσει τη θέση του Βικιλεξικό
- σπαταλώ, ξοδεύω αλόγιστα χρόνο ή χρήματα Βικιλεξικό
- έφαγε όλο του το μισθό στα μπαράκια
- αποκτώ παράνομα κάτι που δεν μου ανήκει Βικιλεξικό
- έφαγαν πολλά χάρη στη διαπλοκή τους με παράγοντες της κυβέρνησης
- δηλωτικό της φαγούρας Βικιλεξικό
- με τρώει η πλάτη μου
- Μπας και σε τρώει η μύτη σου; (ειρωνικά, ότι πας γυρεύοντας να βρεις το μπελά σου)
- δέχομαι σφαλιάρα ή επίθεση με κάποιο αντικείμενο Βικιλεξικό
- Έφαγε ένα ποτήρι νερό στο κεφάλι
Ετυμολογία
τρώω < (κληρονομημένο) αρχαία ελληνική τρώγω, με αποβολή του [ɣ]
Κλίση
Ενεργητική φωνή
| εγώ | εσύ | αυτός | εμείς | εσείς | αυτοί | |
|---|---|---|---|---|---|---|
| Ενεστώτας | τρώω | τρως | τρώει | τρώμε | τρώτε | τρώνε |
| Παρατατικός | έτρωγα | έτρωγες | έτρωγε | τρώγαμε | τρώγατε | έτρωγαν / τρώγανε |
| Αόριστος | έφαγα / φάω | έφαγες / φας | έφαγε / φάει | φάγαμε / φάμε | φάγατε / φάτε | έφαγαν / φάγανε / φάνε |
| Μέλλοντας | θα τρώω / θα φάω | θα τρως / θα φας | θα τρώει / θα φάει | θα τρώμε / θα φάμε | θα τρώτε / θα φάτε | θα τρώνε / θα φάνε |
| Παρακείμενος | έχω φάει | έχεις φάει | έχει φάει | έχομε φάει / έχουμε φάει | έχετε φάει | έχουν φάει / έχουνε φάει |
| Υπερσυντέλικος | είχα φάει | είχες φάει | είχε φάει | είχαμε φάει | — | — |
Μεσοπαθητικοί τύποι
φαγώθηκατρώγομαι
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →