αμοιβάδωση
•
- ιατρικήνόσος που προκαλείται στα έντερα, όταν εισέλθουν στον οργανισμό αμοιβάδες Βικιλεξικό
- Γίνεται ανασκόπηση των διαφόρων εντοπίσεων αμοιβάδων και ειδικότερα η περίπτωση της γαγγλιακής αμοιβαδώσεως, της γενικευμένης αμοιβαδώσεως, της μαστίτις αμοιβαδικής και της κυστίτις αμοιβαδικής. (Αγγελική Γ. Παναγιωτάτου, Ανασκόπησης περιπτώσεων εξωεντερικής αμοιβαδώσεως, 1949, Ψηφιακό αποθετήριο της Ακαδημίας Αθηνών, https://digitallibrary.academyofathens.gr/archive/item/19503?lang=el)
Ετυμολογία
αμοιβάδωση < αμοιβάδ(α) + -ωση, μεταφραστικό δάνειο από τη γαλλική amibiase
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | αμοιβάδωση | αμοιβαδώσεις |
| Γενική | αμοιβάδωσης | αμοιβαδώσεων |
| Αιτιατική | αμοιβάδωση | αμοιβαδώσεις |
| Κλητική | αμοιβάδωση | αμοιβαδώσεις |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →