αμοιβάδα
•
- ζωολογίαμονοκύτταρος οργανισμός, της τάξης των αμοιβαδοειδών, που κινείται με ριζοειδείς ή δακτυλοειδείς προεκβολές (ψευδοπόδια) Βικιλεξικό
- ιατρικήνόσος που προκαλείται στα έντερα, όταν εισέλθουν στον οργανισμό αμοιβάδες Βικιλεξικό
Ετυμολογία
αμοιβάδα < λόγιο ενδογενές δάνειο: (άμεσο δάνειο) αγγλική amoeba < νεολατινική amoeba < αρχαία ελληνική ἀμοιβή (εναλλαγή)
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | αμοιβάδα | αμοιβάδες |
| Γενική | αμοιβάδας | αμοιβάδων |
| Αιτιατική | αμοιβάδα | αμοιβάδες |
| Κλητική | αμοιβάδα | αμοιβάδες |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →