αμπάδικος
•
- ιδιωματικόσυνώνυμο του ακέρατος (στη ναξιακή και ευρύτερα κυκλαδική διάλεκτο) Βικιλεξικό
- αμπάδικος τράος, αμπάδικη γίδα, αμπάδικο κριόπουλο
Ετυμολογία
αμπάδικος < → λείπει η ετυμολογία
Κλίση
Ενικός
| Αρσενικό | Θηλυκό | Ουδέτερο | |
|---|---|---|---|
| Ονομαστική | αμπάδικος | αμπάδικη | αμπάδικο |
| Γενική | αμπάδικου | αμπάδικης | αμπάδικου |
| Αιτιατική | αμπάδικο | αμπάδικη | αμπάδικο |
| Κλητική | αμπάδικε | αμπάδικη | αμπάδικο |
Πληθυντικός
| Αρσενικό | Θηλυκό | Ουδέτερο | |
|---|---|---|---|
| Ονομαστική | αμπάδικοι | αμπάδικες | αμπάδικα |
| Γενική | αμπάδικων | αμπάδικων | αμπάδικων |
| Αιτιατική | αμπάδικους | αμπάδικες | αμπάδικα |
| Κλητική | αμπάδικοι | αμπάδικες | αμπάδικα |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →