Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

αμπάδικος

επίθετο, αρσενικό
•
  1. ιδιωματικόσυνώνυμο του ακέρατος (στη ναξιακή και ευρύτερα κυκλαδική διάλεκτο) Βικιλεξικό
    • αμπάδικος τράος, αμπάδικη γίδα, αμπάδικο κριόπουλο

Ετυμολογία

αμπάδικος < → λείπει η ετυμολογία

Κλίση

Ενικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήαμπάδικοςαμπάδικηαμπάδικο
Γενικήαμπάδικουαμπάδικηςαμπάδικου
Αιτιατικήαμπάδικοαμπάδικηαμπάδικο
Κλητικήαμπάδικεαμπάδικηαμπάδικο

Πληθυντικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήαμπάδικοιαμπάδικεςαμπάδικα
Γενικήαμπάδικωναμπάδικωναμπάδικων
Αιτιατικήαμπάδικουςαμπάδικεςαμπάδικα
Κλητικήαμπάδικοιαμπάδικεςαμπάδικα

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →