σιούτος
•
- ιδιωματικόκερασφόρο ζώο που του λείπουν τα κέρατα, π.χ. τράγος, γίδα, πρόβατο κ.ά. Βικιλεξικό
Ετυμολογία
σιούτος < αλβανική shyt (άκερος) / αρωμουνική shut / shutã < πρωτοσλαβική *šutъ
Κλίση
Ενικός
| Αρσενικό | Θηλυκό | Ουδέτερο | |
|---|---|---|---|
| Ονομαστική | σιούτος | σιούτα | σιούτο |
| Γενική | σιούτου | σιούτας | σιούτου |
| Αιτιατική | σιούτο | σιούτα | σιούτο |
| Κλητική | σιούτε | σιούτα | σιούτο |
Πληθυντικός
| Αρσενικό | Θηλυκό | Ουδέτερο | |
|---|---|---|---|
| Ονομαστική | σιούτοι | σιούτες | σιούτα |
| Γενική | σιούτων | σιούτων | σιούτων |
| Αιτιατική | σιούτους | σιούτες | σιούτα |
| Κλητική | σιούτοι | σιούτες | σιούτα |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →