Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

σιούτος

επίθετο, αρσενικό
•
  1. ιδιωματικόκερασφόρο ζώο που του λείπουν τα κέρατα, π.χ. τράγος, γίδα, πρόβατο κ.ά. Βικιλεξικό

Ετυμολογία

σιούτος < αλβανική shyt (άκερος) / αρωμουνική shut / shutã < πρωτοσλαβική *šutъ

Κλίση

Ενικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήσιούτοςσιούτασιούτο
Γενικήσιούτουσιούταςσιούτου
Αιτιατικήσιούτοσιούτασιούτο
Κλητικήσιούτεσιούτασιούτο

Πληθυντικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήσιούτοισιούτεςσιούτα
Γενικήσιούτωνσιούτωνσιούτων
Αιτιατικήσιούτουςσιούτεςσιούτα
Κλητικήσιούτοισιούτεςσιούτα

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →