αμπάρωμα
•
- η ενέργεια και το αποτέλεσμα τού αμπαρώνω Βικιλεξικό
Ετυμολογία
αμπάρωμα < αμπαρώ(νω) + -μα
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | αμπάρωμα | αμπαρώματα |
| Γενική | αμπαρώματος | αμπαρωμάτων |
| Αιτιατική | αμπάρωμα | αμπαρώματα |
| Κλητική | αμπάρωμα | αμπαρώματα |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →