Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

αμπάρα

ουσιαστικό, θηλυκό
•
  1. επιμήκης σιδερένια ή ξύλινη βέργα που τοποθετείται στην εσωτερική πλευρά μιας πόρτας, για να εμποδίζει το άνοιγμα και να παρέχει ασφάλεια Βικιλεξικό
    • (κυριολεκτικά) Δίστασε μια στιγμή, έκανε να γυρίσει πίσω, ύστερα πήρε την απόφαση του, έβγαλε την αμπάρα, ξεκλείδωσε και μπήκε μέσα. (Πηνελόπη Δέλτα, Τον καιρό του Βουλγαροκτόνου/Κεφάλαιο ΚΒ)
    • (μεταφορικά) Να ’χαν οι καρδιές αμπάρες, να κλειδαμπαρώνουν, / να μην ξανακάνουν χάρες, όταν τις πληγώνουν. (Από τραγούδι σε στίχους Ανδρέα Σπυρόπουλου και μουσική Βασίλη Σαλέα)

Ετυμολογία

αμπάρα < μεσαιωνική ελληνική αμπάρα < ιταλική barra

Κλίση

ΕνικόςΠληθυντικός
Ονομαστικήαμπάρααμπάρες
Γενικήαμπάραςαμπαρών
Αιτιατικήαμπάρααμπάρες
Κλητικήαμπάρααμπάρες

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →