αμπαλάρω
•
- τοποθετώ με τάξη αντικείμενα μέσα σε κιβώτιο, κουτί, φάκελο κλπ ή τα τυλίγω με χαρτί ή άλλο παρόμοιο υλικό και στη συνέχεια ασφαλίζω το δέμα πριν το μεταφέρω ή το στείλω ταχυδρομικώς κάπου Βικιλεξικό
Ετυμολογία
αμπαλάρω < (άμεσο δάνειο) ιταλική abballar(e) + -ω < → δείτε τη λέξη balla
Άλλοι τύποι
αμπαλάρισααμπαλάρομαιαμπαλαρίστηκααμπαλαρισμένος
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →